Marketing Week
Δρ Νικόλας Κυριακίδης: «Από τα πρώτα βήματα στην ωριμότητα: Η κρίσιμη μετάβαση της νομικής επιστήμης και των θεσμών στην Κύπρο»
Δρ Νικόλας Κυριακίδης: «Από τα πρώτα βήματα στην ωριμότητα: Η κρίσιμη μετάβαση της νομικής επιστήμης και των θεσμών στην Κύπρο»
Συνέντευξη με τον Δρ. Νικόλα Κυριακίδη, Δικηγόρο, Επίκουρο Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και Εκτελεστικό Πρόεδρο του Cyprus Forum.

Της Χρύσω Τζιαμπάζη

Σε μια περίοδο θεσμικής αβεβαιότητας και κοινωνικής δυσπιστίας, ο Δρ. Νικόλας Κυριακίδης, με τη διπλή του ιδιότητα ως νομικός και ακαδημαϊκός, αλλά και την ενεργό του παρουσία στον δημόσιο διάλογο, μιλά για τις μεγάλες προκλήσεις του κυπριακού κράτους δικαίου.

Από τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης και τη λειτουργία του δημόσιου τομέα, μέχρι την ανάγκη για ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία παραγωγής πολιτικής, θέτει με σαφήνεια το διακύβευμα: ώριμοι θεσμοί, διαφάνεια και ενεργοί πολίτες.

Ξεκινώντας από το προσωπικό σας υπόβαθρο, τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ασχοληθείτε με τα δημόσια ζητήματα;

Από πολύ νωρίς στη ζωή μου ένιωθα έντονα ότι πολιτική δεν σημαίνει συνθήματα και αντιπαραθέσεις, αλλά ουσιαστική συζήτηση για επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών μου σπουδών στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2011, και ενώ η πολιτική και οικονομική κρίση σε Κύπρο και Ελλάδα ήταν έντονη, ένιωσα την ανάγκη να πω δημόσια την άποψή μου. Ήταν τότε που δημιουργήσαμε το Oxygen for Democracy.

Το ενδιαφέρον μου έγινε πιο ενεργό όταν διαπίστωσα ότι, στην Κύπρο, πολλές σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς ουσιαστικό διάλογο ή συμμετοχή των πολιτών, ειδικά των νέων. Αυτό το έλλειμμα ήταν για μένα το έναυσμα να δημιουργήσω πλατφόρμες όπως το Cyprus Forum και το Nomoplatform, με στόχο να ενισχύσουμε τη διαφάνεια, τον δημόσιο διάλογο και τη λογοδοσία. Δεν με ενδιέφερε ποτέ ούτε με ενδιαφέρει η ενασχόληση με την πολιτική με την κομματική της έννοια – με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει να φέρω ανθρώπους διαφορετικών απόψεων στο ίδιο τραπέζι, να δώσουμε φωνή σε όσους δεν είχαν και να προτείνουμε λύσεις με βάση στοιχεία.

Η ενασχόληση με τα δημόσια ζητήματα για μένα είναι κομμάτι μιας πιο ευρύτερης αποστολής: να βοηθήσουμε τη χώρα μας να ωριμάσει θεσμικά, να ανοίξει σε λύσεις από χώρες που πέτυχαν, να εκσυγχρονιστεί. Και αυτό μπορεί να ξεκινήσει μόνο από ενεργούς, απαιτητικούς αλλά και ενημερωμένους πολίτες.

Ποιος θεωρείτε ότι είναι σήμερα ο ρόλος του δικηορικού επαγγέλματος στην Κύπρο; Πώς εξελίσσεται σε σχέση με τις ανάγκες της κοινωνίας και της δημοκρατίας;

Ο δικηγόρος σήμερα κατά την άποψή μου δεν είναι –και δεν πρέπει να είναι– απλώς ένας παθητικός μελετητής και εφαρμοστής του νόμου και εκπρόσωπος των συμφερόντων των πελατών του. Ο ρόλος του δικηγόρου είναι πολυεπίπεδος: είναι υπερασπιστής των δικαιωμάτων, θεματοφύλακας του κράτους δικαίου και ταυτόχρονα καταλύτης για θεσμική πρόοδο.

Η κοινωνία και η δημοκρατία μας αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις: θεσμική δυσλειτουργία, καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, έλλειψη λογοδοσίας, απαξίωση της πολιτικής διαδικασίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι νομικοί καλούνται όχι απλώς να ερμηνεύουν τον νόμο, αλλά να τον επανερμηνεύουν με βάση τις αξίες της διαφάνειας, της δικαιοσύνης και της ισότητας να προτείνουν λύσεις και να διεκδικούν. Καλούνται να αμφισβητούν δομές όταν χρειάζεται, να φέρνουν στην επιφάνεια αδικίες, να προτείνουν μεταρρυθμίσεις. Είναι αυτό που λέω και στους φοιτητές μου. Δεν πρέπει να αποφοιτήσετε μαθαίνοντας μόνο το ισχύον δίκαιο αλλά και να σκέφτεστε κριτικά για το πώς αυτό θα μπορούσε να βελτιωθεί.

Παράλληλα, η τεχνολογία, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η διεθνοποίηση του δικαίου διαμορφώνουν νέες απαιτήσεις. Ο Κύπριος δικηγόρος δεν μπορεί να είναι εσωστρεφής. Πρέπει να είναι πολίτης του κόσμου, να κατανοεί τις εξελίξεις στο διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, να σκέφτεται θεσμικά, στρατηγικά και δημιουργικά.

Τέλος, θα έλεγα ότι ο δικηγόρος φέρει και μια ηθική ευθύνη: να σταθεί απέναντι στον κυνισμό, στον αυταρχισμό και στον καιροσκοπισμό. Να υπερασπίζεται τη δημοκρατία και το δίκαιο όχι μόνο στα δικαστήρια, αλλά και στον δημόσιο χώρο. Και αυτός ο ρόλος δεν είναι εύκολος, αλλά είναι σημαντικότατος. Είναι λεπτές οι γραμμές όμως μεταξύ διαφωνίας στην αδικία και σεβασμού των θεσμών. Και τα δύο είναι σημαντικά και χρειάζεται πάντα προσοχή για να μην προκληθεί στο τέλος περισσότερη ζημιά.

 

Ως διευθυντής της Μονάδας Δικονομικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, πώς βλέπετε να εξελίσσεται η νομική επιστήμη στην Κύπρο; Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις και ευκαιρίες στον ακαδημαϊκό χώρο σήμερα;

Η νομική επιστήμη στην Κύπρο διανύει τη φάση μετάβασης από τα πρώτα της βήματα μετά την ανεξαρτησία, στην ωρίμανση και τη δημιουργίας μίας δικής μας νομικής παράδοσης. Από τη μία, υπάρχουν σοβαρές παρακαταθήκες, με ισχυρές επιρροές από το αγγλοσαξονικό δίκαιο και σύστημα δικαιοσύνης που για δεκαετίες λειτούργησε με σταθερότητα. Από την άλλη, οι μεγάλες καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη, οι ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας και η πίεση από την ευρωπαϊκή και διεθνή έννομη τάξη, καθώς και η δημιουργία νομικών σχολών, βιβλιογραφίας και αρθρογραφίας, δημιούργησαν εδώ και καιρό την ανάγκη να επανεξετάσουμε τη θεωρία και την πράξη του δικαίου με νέα εργαλεία, νέα μεθοδολογία και νέα στόχευση.

Στη Μονάδα Δικονομικού Δικαίου, προσπαθούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα ανάμεσα στην έρευνα και την λήψη αποφάσεων στον τομέα της δικαιοσύνης. Η διαδικασία και η λειτουργία των δικαστηρίων είναι οι ράγες πάνω στις οποίες κινείται η διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αν οι διαδικασίες δεν είναι δίκαιες, αποτελεσματικές και προσβάσιμες, τότε η ίδια η έννοια της δικαιοσύνης υπονομεύεται. Η νομική επιστήμη, επομένως, οφείλει να δώσει έμφαση όχι μόνο στο "τι ισχύει", αλλά και στο "τι θα μπορούσε να βελτιωθεί" – και εκεί εντοπίζουμε τεράστιες ευκαιρίες για ερευνητική και θεσμική καινοτομία.

Οι μεγαλύτερες προκλήσεις στον ακαδημαϊκό χώρο σήμερα είναι τριπλές: πρώτον, η ανάγκη για διεθνοποίηση της νομικής έρευνας· δεύτερον, η απαίτηση για παραγωγή γνώσης που να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στην κοινωνία και την πολιτική· και τρίτον, η διατήρηση της ποιότητας της νομικής παιδείας σε ένα περιβάλλον που αλλάζει γρήγορα.

Από την άλλη, οι ευκαιρίες είναι μοναδικές: η διασύνδεση της νομικής επιστήμης με άλλους κλάδους (τεχνολογία, οικονομία, κοινωνιολογία), η ψηφιοποίηση της δικαιοσύνης και η αυξανόμενη ανάγκη για τεκμηριωμένο δημόσιο λόγο προσφέρουν γόνιμο έδαφος για εξέλιξη. Αυτό που χρειάζεται είναι τόλμη, συνεργασία και διάθεση να ξεφύγουμε από την αυτάρκεια του παρελθόντος.

Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, επαρκής διασύνδεση ανάμεσα στην ακαδημαϊκή έρευνα και τη νομική πράξη στην Κύπρο; Και αν όχι, πώς θα μπορούσε να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα;

Η σύντομη απάντηση είναι πως όχι. Η αλήθεια είναι πως, διαχρονικά, η σχέση ανάμεσα στην ακαδημαϊκή έρευνα και τη νομική πράξη στην Κύπρο υπήρξε περιορισμένη. Η νομική έρευνα, η οποία ξεκίνησε ουσιαστικά τα τελευταία 15-20 χρόνια, συχνά λειτουργεί σε ένα θεωρητικό πλαίσιο, ενώ η νομική πράξη παραμένει προσανατολισμένη στην καθημερινή επίλυση διαφορών και την εξυπηρέτηση πελατών, με ελάχιστο χρόνο και διάθεση για αναστοχασμό και θεωρητική εμβάθυνση.

Αυτό το χάσμα δεν είναι κυπριακή ιδιαιτερότητα – το συναντά κανείς σε πολλές χώρες. Όμως στην Κύπρο επιτείνεται από την απουσία δομών που να ενθαρρύνουν τη θεσμική συνεργασία ανάμεσα σε πανεπιστήμια, δικαστήρια και δικηγορικές εταιρείες. Δεν υπάρχει, για παράδειγμα, ικανοποιητικός αριθμός από φόρα ανταλλαγής απόψεων, κοινά ερευνητικά προγράμματα ή συντονισμένες προσπάθειες για την παρακολούθηση και αξιολόγηση της απονομής δικαιοσύνης. Υπάρχει μόνο ένας περιορισμένος αριθμός ακαδημαϊκών και δικηγόρων που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, οι οποίοι αποτελούν την εξαίρεση.

Αυτό όμως μπορεί και πρέπει να αλλάξει. Η ακαδημαϊκή κοινότητα έχει καθήκον να παράγει γνώση με πρακτική αξία: να εντοπίζει προβλήματα στη δικαστική πρακτική, να προτείνει λύσεις, να καταγράφει συγκριτικά δεδομένα από άλλες έννομες τάξεις. Αντίστοιχα, οι επαγγελματίες του δικαίου χρειάζεται να ανοίξουν τον ορίζοντά τους, να αξιοποιήσουν την έρευνα και να συμμετάσχουν ενεργά στη διαμόρφωση νέας γνώσης.

Προσωπικά, μέσα από τη Μονάδα Δικονομικού Δικαίου, επιχειρώ να φέρω κοντά τους δύο κόσμους. Με ετήσια συνέδρια, δημόσιες παρεμβάσεις και δημοσιεύσεις που βασίζονται σε πραγματικά προβλήματα της κυπριακής έννομης τάξης, προσπαθούμε να σπάσουμε αυτή τη σιωπηλή απόσταση. Αν δεν γεφυρώσουμε αυτό το χάσμα, η νομική επιστήμη κινδυνεύει να καταστεί αυτοαναφορική και η νομική πράξη να μείνει χωρίς επιστημονική πυξίδα.

Έχετε μιλήσει πολλές φορές για τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης. Ποια θεωρείτε ως τα πιο επείγοντα προβλήματα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης στην Κύπρο σήμερα;

Παρά τις πολλές προσπάθειες και πράξεις που έγιναν την τελευταία δεκαετία, το κυπριακό σύστημα απονομής δικαιοσύνης αντιμετωπίζει μια βαθιά και διαρκή κρίση εμπιστοσύνης. Το πιο επείγον πρόβλημα –και αυτό που αγγίζει άμεσα τον πολίτη– είναι η χρονική καθυστέρηση στην εκδίκαση υποθέσεων. Έχουν γίνει βήματα, αλλά υπάρχει ένας δισταγμός και συντηρητισμός στη λήψη περαιτέρω μέτρων όπως η χρήση της τεχνολογίας, η ανάθεση της λειτουργίας των δικαστηρίων σε τεχνοκράτες και η επένδυση σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό για να δούμε επιτέλους τον μέσο όρο εκδίκασης των υποθέσεων να πέφτει στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα για εμένα είναι η έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας στη λειτουργία του συστήματος. Χρειάζεται άμεσα διαφάνεια στον τρόπο αξιολόγησης των δικαστών και ένας μηχανισμός ελέγχου των αποφάσεων του Γενικού Εισαγγελέα. Αυτά, αν γίνουν, θα αυξήσουν κατά την άποψή μου την εμπιστοσύνη και θα μειώσουν την καχυποψία των πολιτών προς την δικαιοσύνη.

Τρίτο, η ανυπαρξία θεσμικού σχεδιασμού και στρατηγικής. Οι αλλαγές γίνονται αποσπασματικά, χωρίς αξιολόγηση των συνεπειών και αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων. Δεν έχουμε επαρκείς μηχανισμούς μέτρησης απόδοσης, ούτε κουλτούρα εμπειρικής αξιολόγησης της δικαιοσύνης.

Η διαδικασία παραγωγής πολιτικής – και ιδιαίτερα η διαφάνεια και η λογοδοσία – αποτελεί επίσης ένα πεδίο ενδιαφέροντός σας. Πού βλέπετε τα μεγαλύτερα ελλείμματα και ποια πρακτικά βήματα θεωρείτε ρεαλιστικά για βελτίωση;

Υπάρχουν αρκετά ζητήματα στο χώρο της παραγωγής πολιτικής όμως για μένα ένα σοβαρό έλλειμμα είναι η έλλειψη θεσμοποιημένων μηχανισμών συμμετοχής. Υπήρξε κάποια πρόοδος τα τελευταία χρόνια, όμως οι πολίτες δεν έχουν ακόμα σταθερά κανάλια μέσω των οποίων να συνδιαμορφώνουν πολιτικές. Ακόμα και όταν υπάρχει νομοθετικά προβλεπόμενη δημόσια διαβούλευση, αυτή είναι συνήθως προσχηματική.

Αυτό που χρειάζεται δεν είναι απαραίτητα μεγάλες, επαναστατικές τομές. Χρειάζονται πρακτικά, θεσμικά βήματα που είναι απολύτως ρεαλιστικά και εφαρμόσιμα: Υποχρεωτική δημοσιοποίηση όλων των νομοθετικών πρωτοβουλιών σε προσβάσιμη πλατφόρμα, μαζί με συνοδευτικές εκθέσεις ανάλυσης επιπτώσεων. Καθιέρωση ουσιαστικής δημόσιας διαβούλευσης, διαφανείς διαδικασίες και υποχρεωτική απάντηση της διοίκησης στα σχόλια των πολιτών. Αυστηρή τήρηση της νομοθεσίας που ρυθμίζει το lobbying. Ζωντανή μετάδοση των συνεδριάσεων των επιτροπών της Βουλής. Δεν μιλούμε για ουτοπία. Μιλούμε για απλά εργαλεία που έχουν εφαρμοστεί με επιτυχία σε άλλες ευρωπαϊκές και όχι μόνο χώρες και που μπορούν να ενισχύσουν τη δημοκρατία μας εκ των έσω – όχι απαραίτητα με συγκρούσεις, αλλά με θεσμική επιμονή και πολιτική βούληση.

Η Κύπρος είναι μια χώρα με ιδιαιτερότητες στο πολιτειακό της σύστημα και στο Σύνταγμά της. Πώς πιστεύετε ότι αυτές οι ιδιαιτερότητες επηρεάζουν την ποιότητα της δημοκρατίας και της πολιτικής λήψης αποφάσεων;

Η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει ένα Σύνταγμα που δημιουργήθηκε κάτω από εξαιρετικά ιδιόμορφες και τεταμένες συνθήκες. Αυτό δημιούργησε ένα θεσμικό έλλειμμα σταθερότητας και προβλεψιμότητας. Πολλά από τα βασικά εργαλεία μιας σύγχρονης δημοκρατίας –όπως η λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας, η ανεξαρτησία θεσμών, η λειτουργικότητα της Βουλής– επηρεάζονται αρνητικά από το γεγονός ότι το συνταγματικό μας πλαίσιο δεν ανανεώθηκε ποτέ ουσιαστικά, κυρίως λόγω των περιορισμών που μας επέβαλε -ή επιβάλαμε μόνοι μας κατά μία άποψη- η επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Η επίδραση αυτών των ιδιαιτεροτήτων είναι πολλαπλή: Συγκέντρωση εξουσίας, αδυναμία μεταρρυθμίσεων, θολά όρια αρμοδιοτήτων. Το ζητούμενο δεν είναι να απορρίψουμε το Σύνταγμα – είναι να το επικαιροποιήσουμε θεσμικά, με σεβασμό στην ιστορία αλλά και με επίγνωση των αναγκών του 21ου αιώνα σε ένα διεθνές πλαίσιο, του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχουμε. Το χειρότερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αρνούμαστε την οποιαδήποτε μεταρρύθμιση με επίκληση την «προσωρινή» κατάσταση που δημιούργησαν οι πολιτικές εξελίξεις προηγούμενων δεκαετιών.

Αν μπορούσατε να προτείνετε μία συγκεκριμένη αλλαγή – θεσμική ή πολιτική – που θα είχε άμεσο και θετικό αντίκτυπο, ποια θα ήταν αυτή και γιατί;

Αν έπρεπε να επιλέξω μία μόνο αλλαγή, αυτή θα ήταν η ριζική μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα, με στόχο τη μετάβασή του από μια γραφειοκρατική, στατική δομή σε ένα σύγχρονο οργανισμό με κουλτούρα ευθύνης, αξιολόγησης και εξυπηρέτησης του πολίτη. Ο δημόσιος τομέας πρέπει να πάψει να είναι το καταφύγιο υπερπρονομίων και ατιμωρησίας, και να μετατραπεί σε θεσμικό κορμό ανάπτυξης και καινοτομίας. Χωρίς αξιολόγηση, κινητικότητα και ουσιαστική λογοδοσία, κανένα σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Αλλά, σε βάθος χρόνου, καμία διοικητική μεταρρύθμιση δεν θα πετύχει αν δεν αλλάξει και η ίδια η πολιτική κουλτούρα. Το σημερινό πολιτικό σύστημα είναι δομημένο γύρω από την αντιπαράθεση, τη μικροκομματική εκμετάλλευση και την τοξικότητα. Αν δεν περάσουμε σε ένα μοντέλο συγκλίσεων, συνεργασιών και θεσμικής ωριμότητας, θα συνεχίσουμε να νομοθετούμε χωρίς όραμα, να κυβερνούμε χωρίς σταθερότητα και να χάνουμε την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Βέβαια, η κουλτούρα διαμορφώνεται μέσα από θεσμούς και αποφάσεις και είναι για αυτό που επιμένουμε και εργαζόμαστε για τη θέσπιση διαδικασιών προς αυτή την κατεύθυνση.

Χρειαζόμαστε επειγόντως πολιτική συνεννόηση στα μεγάλα – και αξιολόγηση στα μικρά. Αυτά τα δύο, μαζί, μπορούν να μεταμορφώσουν ριζικά τη χώρα.