Άρθρο της Δρος Ανδρούλλας Ελευθερίου BSC, MSc, PhD
Εκτελεστικής Διευθύντριας Διεθνούς Ομοσπονδίας Θαλασσαιμίας
Πρόεδρος Εθνικής Επιτροπής Θαλασσαιμίας
Πρώην Επικεφαλής του Κέντρου Αναφοράς Ιογενών Παθήσεων του Υπουργείου Υγείας της Κύπρου
Πρώην Διευθύντρια του Συνεργαζόμενου Κέντρου Θαλασσαιμίας της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας στην Κύπρο
Πρώην Πρόεδρος Παγκύπριας Συμμαχίας Σπανίων Παθήσεων
Από την 1η Ιανουαρίου 2026, η Κυπριακή Δημοκρατία ανέλαβε και επισήμως για τρίτη φορά την εκ περιτροπής Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έναρξη της Προεδρίας σηματοδοτήθηκε με μια λαμπρή τελετή, η οποία ανέδειξε την ιστορία, τον πολιτισμό και τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταυτότητα της Κύπρου, καθώς και το υψηλό επίπεδο οργάνωσης και προετοιμασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας για την άσκηση του ρόλου αυτού, παρουσία κορυφαίων θεσμικών και πολιτικών εκπροσώπων της Ένωσης και της ευρύτερης περιοχής. Ένα ισχυρό μήνυμα εξωστρέφειας και διεθνούς κύρους, αντάξιο του ρόλου που η χώρα μας καλείται να διαδραματίσει.
Σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών προκλήσεων, η Προεδρία δεν αποτελεί απλώς τιμή, αλλά ουσιαστική δοκιμασία συντονισμού, αξιοπιστίας και ευρωπαϊκής ωριμότητας. Η Κύπρος καλείται να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής, να γεφυρώσει διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις και να συμβάλει στη διαμόρφωση συναινέσεων, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό και απαιτητικό ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Η Προεδρία του Συμβουλίου τοποθετεί τη χώρα μας στον πυρήνα της ευρωπαϊκής νομοθετικής λειτουργίας: προεδρεύοντας και συντονίζοντας τις εργασίες του Συμβουλίου σε όλα τα επίπεδα, διαμορφώνοντας συγκλίσεις μεταξύ κρατών-μελών και εκπροσωπώντας το Συμβούλιο στις διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Για μια μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, αυτό το εξάμηνο αποτελεί ουσιαστική ευκαιρία να επιβεβαιώσει, στην πράξη, τη διαχρονική της προσήλωση στις ευρωπαϊκές αξίες και τη συνεπή, εποικοδομητική της συμβολή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.
Η εμπειρία αυτή ενισχύει τον ρόλο της Κύπρου, αναδεικνύοντας τη δυνατότητά της να συμβάλει ουσιαστικά σε πολιτικές με άμεσο κοινωνικό και ανθρώπινο αντίκτυπο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ευθύνης και συντονισμού, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό να αναδειχθεί ένας τομέας στον οποίο η Ευρώπη έχει επιτύχει ουσιαστικά, αν και συχνά υποτιμημένα, βήματα προόδου: ο τομέας της Υγείας. Ως επαγγελματίας που υπηρετεί τον χώρο αυτό εδώ και δεκαετίες, γνωρίζω από πρώτο χέρι ότι η ευρωπαϊκή πολιτική υγείας δεν είναι στατική. Αντιθέτως, εξελίσσεται δυναμικά, μέσα από φιλόδοξες και στοχευμένες παρεμβάσεις, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών, ακόμη κι αν η αξία τους δεν γίνεται πάντοτε άμεσα αντιληπτή από το ευρύ κοινό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της «σιωπηλής αλλά βαθιάς» ευρωπαϊκής προόδου αποτελεί η νέα Φαρμακευτική Νομοθεσία της ΕΕ, για την οποία πρόσφατα επετεύχθη πολιτική συμφωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σηματοδοτώντας τη σημαντικότερη μεταρρύθμιση του πλαισίου ρύθμισης των φαρμάκων εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες. Στόχος της είναι η δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας αγοράς φαρμάκων, που θα διασφαλίζει έγκαιρη, ισότιμη και οικονομικά προσιτή πρόσβαση σε ασφαλείς θεραπείες για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες. Παράλληλα, μέσω του εκσυγχρονισμού του ρυθμιστικού πλαισίου και της παροχής στοχευμένων κινήτρων, ενισχύεται η καινοτομία, ιδίως σε τομείς με ακάλυπτες ιατρικές ανάγκες και σπάνιες παθήσεις, ενώ ταυτόχρονα θωρακίζεται η ασφάλεια του εφοδιασμού, ώστε να προλαμβάνονται φαινόμενα ελλείψεων που δοκιμάζουν τα συστήματα υγείας και τους ίδιους τους ασθενείς.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η πλήρης εφαρμογή, από τον Ιανουάριο του 2025, του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/2282 για την Αξιολόγηση Τεχνολογιών Υγείας (HTA). Η καθιέρωση της κοινής κλινικής αξιολόγησης νέων φαρμάκων και θεραπειών σε ευρωπαϊκό επίπεδο σηματοδοτεί μια ουσιαστική μετατόπιση προς μεγαλύτερο συντονισμό και διαφάνεια. Μέσα από υψηλής ποιότητας, επιστημονικά τεκμηριωμένες αξιολογήσεις, επιταχύνεται η πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία, περιορίζεται ο διοικητικός φόρτος για τα κράτη-μέλη και τις εταιρείες και ενισχύεται η βιωσιμότητα των εθνικών συστημάτων υγείας μέσω ορθολογικότερης και δικαιότερης κατανομής των διαθέσιμων πόρων.
Σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο συντονισμού και τεκμηριωμένης λήψης αποφάσεων, η εμπειρία από τη λειτουργία εθνικών επιστημονικών οργάνων, όπως η Εθνική Επιτροπή Θαλασσαιμίας και Λοιπών Αιμοσφαιρινοπαθειών, αναδεικνύει τη σημασία της θεσμικής συνέχειας και της εξειδικευμένης γνώσης στη διαμόρφωση βιώσιμων πολιτικών υγείας.
Λιγότερο προβεβλημένος στη δημόσια συζήτηση, αλλά εξαιρετικά κρίσιμος στην πράξη, είναι ο νέος Κανονισμός SoHO (Substances of Human Origin), ο οποίος αντικαθιστά παρωχημένες οδηγίες δύο δεκαετιών που αφορούν το αίμα, τους ιστούς και τα κύτταρα. Το νέο πλαίσιο θεσπίζει ενιαία και αυστηρά πρότυπα ασφάλειας και ποιότητας για δότες και λήπτες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, διευκολύνει τη διασυνοριακή διαθεσιμότητα ζωτικών ουσιών σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης και αξιοποιεί την ψηφιοποίηση για τη συστηματική παρακολούθηση αποθεμάτων και την έγκαιρη αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών. Πρόκειται για μια θεμελιώδη μεταρρύθμιση με άμεσο και ουσιαστικό αντίκτυπο στην ασφάλεια των χρόνιων, και όχι μόνο, ασθενών.
Στο ίδιο πνεύμα ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ετοιμότητας, η Αρχή Ετοιμότητας και Αντιμετώπισης Καταστάσεων Έκτακτης Υγειονομικής Ανάγκης (HERA) έχει πλέον εδραιωθεί ως μόνιμος πυλώνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Υγείας. Λειτουργεί όχι μόνο ως μηχανισμός αντίδρασης, αλλά και ως «παρατηρητήριο» πρόληψης και έγκαιρης προειδοποίησης για μελλοντικές υγειονομικές απειλές — από πανδημίες έως βιολογικούς κινδύνους. Μέσα από τον συντονισμό της έρευνας, της παραγωγής και της δίκαιης κατανομής ιατρικών αντιμέτρων, συμβάλλει αποφασιστικά στη συλλογική ασφάλεια της Ένωσης.
Οι ευρωπαϊκές πολιτικές υγείας καλούνται να ανταποκριθούν σε σύνθετες και διαρκώς εντεινόμενες προκλήσεις, όπως τη γήρανση του πληθυσμού, την αύξηση των χρόνιων νοσημάτων, τις απαιτήσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού, τη μικροβιακή αντοχή και την ανάγκη στρατηγικής απεξάρτησης από τρίτες χώρες για κρίσιμες πρώτες ύλες. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η θεσμική κινητικότητα και η στρατηγική ετοιμότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της Υγείας παραμένουν αξιοσημείωτες. Μέσα από συντονισμένες πολιτικές και κοινά εργαλεία, η Ευρώπη ενισχύει σταθερά την ανθεκτικότητα των συστημάτων της και διασφαλίζει υψηλά επίπεδα προστασίας και ασφάλειας για τους πολίτες της, σε ένα διεθνές τοπίο αυξανόμενης αβεβαιότητας. Οι αδυναμίες και οι ανισότητες δεν απουσιάζουν.
Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι πολίτες απολαμβάνουν επίπεδα υγειονομικής προστασίας, ασφάλειας και πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες που σπάνια συναντώνται σε άλλες περιοχές του κόσμου, ακόμη και σε οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες. Το συλλογικό αυτό ευρωπαϊκό κεκτημένο κάθε άλλο παρά αυτονόητο είναι. Συνιστά απότοκο συντονισμένης πολιτικής βούλησης και διαρκούς επένδυσης στη δημόσια υγεία.
Η ευρωπαϊκή και εθνική πορεία δεν υπήρξε ποτέ απαλλαγμένη από δοκιμασίες. Ωστόσο, ακριβώς μέσα από αυτές, αναδεικνύεται η ανάγκη για ισχυρούς θεσμούς, συλλογική ευθύνη και πολιτικές που ενισχύουν την εμπιστοσύνη και τη συνοχή.
Η Κυπριακή Προεδρία έχει μπροστά της ένα απαιτητικό, αλλά βαθιά ουσιαστικό έργο, σε μια συγκυρία όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αποδείξει στην πράξη τη συνοχή, την ανθεκτικότητα και την κοινωνική της ευαισθησία. Με συλλογικό πνεύμα, τεκμηριωμένο λόγο και σταθερή προσήλωση στον άνθρωπο, η Κύπρος μπορεί να συμβάλει θετικά στη διαμόρφωση πολιτικών που δεν περιορίζονται σε θεσμικές αποφάσεις, αλλά μεταφράζονται σε απτά οφέλη για τους πολίτες. Σε έναν τομέα όπως η Υγεία, όπου οι επιλογές πολιτικής έχουν άμεσο και διαχρονικό αντίκτυπο στη ζωή των ανθρώπων, η ευθύνη αυτή αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα.
Με αυτές τις σκέψεις, και με την πεποίθηση ότι η ενημέρωση της κυπριακής κοινωνίας για τα οφέλη της ευρωπαϊκής μας συμμετοχής, ιδίως στον τομέα της Υγείας, είναι κρίσιμη, εύχομαι κάθε επιτυχία στις εργασίες της Κυπριακής Προεδρίας κατά το απαιτητικό αλλά εξαιρετικά σημαντικό αυτό εξάμηνο για την Ευρώπη συνολικά, εκφράζοντας την ακλόνητη βεβαιότητά μου για την επιτυχή τους έκβαση.