Υπόθεση διαδικτυακής απάτης, με απόσπαση μεγάλου χρηματικού ποσού από εταιρεία στη Λευκωσία, διερευνά η Αστυνομία.
Σύμφωνα με τα υπό διερεύνηση στοιχεία, άγνωστα πρόσωπα, μέσω αποστολής παραπλανητικού ηλεκτρονικού μηνύματος, κατάφεραν να εξαπατήσουν εταιρεία και να αποσπάσουν συνολικό ποσό που προσεγγίζει τις 124 χιλιάδες ευρώ.
Πώς στήθηκε η απάτη με το ψεύτικο e-mail
Η υπόθεση καταγγέλθηκε χθες στο ΤΑΕ Λευκωσίας από τον διευθυντή της εταιρείας. Όπως ανέφερε, τον περασμένο Νοέμβριο η εταιρεία έλαβε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο φαινόταν να προέρχεται από συνεργάτιδα εταιρεία του εξωτερικού. Στο μήνυμα γινόταν λόγος για αλλαγή τραπεζικών στοιχείων και ζητείτο όπως οι πληρωμές για την αγορά εμπορευμάτων πραγματοποιούνται πλέον σε νέο τραπεζικό λογαριασμό, τα στοιχεία του οποίου περιλαμβάνονταν στο e-mail.
Ακολουθώντας τις οδηγίες που αναγράφονταν στο μήνυμα, η εταιρεία προχώρησε, κατά την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου και 26 Ιανουαρίου, σε σειρά εμβασμάτων προς τον συγκεκριμένο λογαριασμό, σε τράπεζα άλλης ευρωπαϊκής χώρας. Το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε ανήλθε στις €123.943.
Η απάτη αποκαλύφθηκε τη Δευτέρα, όταν ο διευθυντής της εταιρείας επικοινώνησε απευθείας με τη συνεργάτιδα εταιρεία και ενημερώθηκε ότι ουδέποτε είχε γίνει αλλαγή τραπεζικού λογαριασμού. Τότε διαπιστώθηκε ότι τα χρήματα είχαν καταλήξει σε λογαριασμό που ήλεγχαν επιτήδειοι.
Την υπόθεση διερευνά το Κλιμάκιο Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος του ΤΑΕ Λευκωσίας.
Συστάσεις της Αστυνομίας προς επιχειρήσεις και πολίτες
Με αφορμή το νέο αυτό περιστατικό, η Αστυνομία καλεί το κοινό και ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις να επιδεικνύουν αυξημένη προσοχή. Σε περιπτώσεις λήψης μηνυμάτων που αφορούν αλλαγή τραπεζικών στοιχείων ή αιτήματα πληρωμών, συστήνεται όπως προηγείται πάντοτε επαλήθευση μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας με τους συνεργάτες, χρησιμοποιώντας αριθμούς που είναι ήδη καταχωρημένοι ή είχαν χρησιμοποιηθεί σε προηγούμενες συναλλαγές.
Παράλληλα, οι ιδιοκτήτες και διευθυντές εταιρειών προτρέπονται να ενημερώνουν το προσωπικό τους για τέτοιες μορφές απάτης και να εφαρμόζουν συγκεκριμένες διαδικασίες ελέγχου και επιβεβαίωσης πριν από οποιαδήποτε χρηματική συναλλαγή.