Σε εφαρμογή τίθεται από σήμερα το αναθεωρημένο ευέλικτο ωράριο στον δημόσιο τομέα, στο πλαίσιο της μεταρρυθμιστικής πολιτικής που περιλαμβάνεται στο Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας 2021–2026 και αφορά τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας υπηρεσίας.
Σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις, το ευέλικτο ωράριο προσέλευσης διαμορφώνεται μεταξύ 07:00 και 09:00, δίνοντας τη δυνατότητα στους υπαλλήλους να επιλέγουν την ώρα άφιξής τους εντός αυτού του δίωρου πλαισίου. Αντιστοίχως η αποχώρηση θα γίνεται από τις 2:30 μ.μ. μέχρι τις 4:30 μ.μ.Στις υπηρεσίες όπου δεν εφαρμόζεται ευέλικτο ωράριο, το καθορισμένο ωράριο εργασίας παραμένει 07:30 – 15:00.
Η εφαρμογή του ευέλικτου ωραρίου θα γίνεται πάντοτε σε συνάρτηση με τις λειτουργικές ανάγκες της κάθε υπηρεσίας. Τον τελικό λόγο θα έχει ο προϊστάμενος, ο οποίος θα αποφασίζει πόσοι και ποιοι υπάλληλοι μπορούν να κάνουν χρήση του μέτρου, ώστε να αποφεύγονται προβλήματα στη λειτουργία της υπηρεσίας. Ήδη έχουν δοθεί σαφείς οδηγίες προς όλους τους διευθυντές του δημόσιου τομέα, με βάση τις οποίες η απόφαση δεν θα λαμβάνεται κατόπιν αιτημάτων προσωπικού, αλλά αποκλειστικά βάσει υπηρεσιακών αναγκών.
Σε περιπτώσεις όπου, λόγω της εφαρμογής του ευέλικτου ωραρίου, υπάλληλος δεν συμπληρώνει τον απαιτούμενο συνολικό αριθμό ωρών εργασίας σε ετήσια βάση, προβλέπεται η αφαίρεση αντίστοιχου χρόνου από την άδεια ανάπαυσης ή η αναλογική αποκοπή ωρομισθίου από τις απολαβές του.
Ιδιαίτερη πρόνοια λαμβάνεται και για τη μειωμένη απασχόληση. Οι δικαιούχοι υπάλληλοι μπορούν να αιτηθούν με επιστολή προς τον προϊστάμενο Τμήματος τη μείωση του ημερήσιου ωραρίου τους κατά μία, μιάμιση ή δύο ώρες, για ολόκληρους ημερολογιακούς μήνες. Η διευθέτηση αυτή μπορεί να αλλάξει έως δύο φορές μέσα στο ίδιο έτος, με προειδοποίηση τουλάχιστον 15 ημερών.
Σύμφωνα με τους κανονισμούς, η μειωμένη απασχόληση δεν επηρεάζει δικαιώματα που αφορούν προαγωγή, άδεια ανάπαυσης, προσαυξήσεις, 13ο μισθό ή συνταξιοδοτικά ωφελήματα. Μάλιστα, οι συνταξιοδοτικές εισφορές θα υπολογίζονται με βάση τις πλήρεις μηνιαίες συντάξιμες απολαβές, ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για πλήρη σύνταξη.
Τέλος, διευκρινίζεται ότι ανεξάρτητα από την εφαρμογή ή μη του ευέλικτου ωραρίου, η εξυπηρέτηση του κοινού παραμένει αμετάβλητη.