Ιδιαίτερα επιβλαβής για την υγεία είναι η αυξημένη σκόνη στην ατμόσφαιρα, σύμφωνα με τον Δρ. Χάρη Αρμεύτη, Πρόεδρο της Πνευμονολογικής Εταιρείας Κύπρου. Σε δηλώσεις του, ανέφερε πως ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης του φαινομένου είναι η αποφυγή έκθεσης, ειδικά για άτομα που ανήκουν στις ευάλωτες ομάδες.
Η σκόνη, όπως εξήγησε, αποτελεί σοβαρή μορφή περιβαλλοντικής ρύπανσης, καθώς περιέχει τοξικές ουσίες, όπως μέταλλα και άλλα επιβλαβή στοιχεία. Τα μικροσωματίδια που περιέχονται σε αυτή είναι τόσο μικρά, που μπορούν να εισχωρήσουν βαθιά στο αναπνευστικό σύστημα και να προκαλέσουν επιδείνωση της υγείας.
Περισσότερο κινδυνεύουν άτομα που πάσχουν από βρογχικό άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, πνευμονική ίνωση, καθώς και ασθενείς με καρδιοαγγειακά προβλήματα. Ευάλωτες θεωρούνται επίσης οι μεγαλύτερες ηλικίες και τα μικρά παιδιά.
Ο Δρ. Αρμεύτης τόνισε ότι τα άτομα αυτά θα πρέπει να αποφεύγουν τις μετακινήσεις και την παραμονή σε ανοιχτούς χώρους, καθώς και τη σωματική άσκηση στην ύπαιθρο, μέχρι να υποχωρήσει το φαινόμενο. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στα παιδιά με άσθμα, τα οποία δεν θα πρέπει να συμμετέχουν σε εξωτερικές αθλητικές δραστηριότητες.
Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της σωστής και σταθερής λήψης της φαρμακευτικής αγωγής για όσους έχουν χρόνια αναπνευστικά νοσήματα. Σε περίπτωση που εμφανιστούν συμπτώματα όπως δύσπνοια, βάρος στο στήθος, έντονος βήχας ή συριγμός, οι ασθενείς θα πρέπει να επικοινωνήσουν άμεσα με τον γιατρό τους.
Για όσους χρειάζεται να εργαστούν ή να μετακινηθούν σε εξωτερικούς χώρους, συστήνεται η χρήση μασκών υψηλής προστασίας, όπως αυτές που χρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας. Οι απλές χειρουργικές μάσκες δεν προσφέρουν επαρκή προστασία από τα μικροσωματίδια της σκόνης.
Όσον αφορά τον γενικό πληθυσμό, η σύντομη έκθεση στη σκόνη μπορεί να προκαλέσει ήπια συμπτώματα, όπως πονοκέφαλο, ερεθισμό στα μάτια, βήχα ή αίσθημα κόπωσης.
Το βασικό μήνυμα των ειδικών είναι σαφές: η αποφυγή έκθεσης και η σωστή πρόληψη είναι τα πιο αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία της υγείας.