Στην πρόσφατη διεθνή διάσκεψη για την υπεύθυνη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στον στρατιωτικό τομέα, στην Ισπανία, μόλις 35 από τις 80 χώρες κατέληξαν να συνυπογράψουνε μια κοινή διακήρυξη αρχών. Μεταξύ αυτών ήταν και οι ευρωπαϊκές. Φαίνεται όμως ότι οι Ευρωπαίοι δεν έχουν αντιληφθεί τη δύναμη της τεχνητής νοημοσύνης.
Ανάμεσα στις απουσίες ξεχώρισαν δύο παγκόσμιες στρατιωτικές υπερδυνάμεις, οι ΗΠΑ και η Κίνα, γεγονός που αφαίρεσε πολιτικό βάρος από το κείμενο και ενίσχυσε τις αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά του.
Αυτές δύο υπερδυνάμεις όμως είναι εκείνες που έχουν δείξει τη μεγαλύτερη προθυμία να υιοθετήσουν την τεχνητή νοημοσύνη στην πολιτική ζωή, όπως και η Ινδία, για να αυξήσουν την παγκόσμια επιρροή τους.
Σύμφωνα με τον έγκριτο Γερμανό αναλυτή Βόλφγκανγκ Μινχάου, η Ευρώπη είναι εκείνη που αντιστέκεται στην τεχνητή νοημοσύνη, με οδυνηρά για την ίδια αποτελέσματα.
«Μία από τις μεγάλες ευρωπαϊκές αυταπάτες ήταν ότι η ΕΕ μπορεί να ασκήσει ισχύ μέσω της ρύθμισης, ιδίως της ρύθμισης των δεδομένων και της τεχνητή νοημοσύνη» σημειώνει ο Μινχάου σε ανάλυσή του στο Unherd, τονίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες χάνουν την ανταγωνιστικότητά τους ακριβώς επειδή δεν υιοθετούν την τεχνητή νοημοσύνη την ώρα που άλλοι το κάνουν.
Για τον ίδιο η τεχνητή νοημοσύνη έχει σημασία για τη γεωπολιτική όχι λόγω των όπλων, αλλά λόγω της δυνατοτητας να χρηματοδοτηθούν αυτά, μαζί με άλλες τεχνολογίες που καθορίζουν τη γεωπολιτική ισχύ.
Οι Ευρωπαίοι έχουν άλυτα προβλήματα
Οι ευρωπαϊκές χώρες υποφέρουν από αποβιομηχάνιση, απώλεια φορολογικών εσόδων και έλλειψη δημοσιονομικού χώρου. Ενδεικτικά, η Γαλλία βρίσκεται στο χείλος χρηματοπιστωτικής κρίσης και οι Γερμανοί δανείζονται για τις αμυντικές τους δαπάνες.
Πέραν αυτού, ο Μινχάου λέει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες βιώνουν πτώση της αύξησης της παραγωγικότητας περίπου από την εποχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ένα θετικό σοκ παραγωγικότητας, όπως αυτό που θα επιφέρει η μαζική υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης, θα τόνωνε την οικονομική ανάπτυξη και τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα. Θα οδηγούσε σε υψηλότερα φορολογικά έσοδα, επιτρέποντας στις κυβερνήσεις να επενδύσουν σε δημόσιες υποδομές και ασφάλεια.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα προηγείται των ανταγωνιστών της στην υιοθέτηση τεχνολογιών παραγωγής με βάση την ΤΝ. Το Πεκίνο και η Ουάσιγκτον προχωρούν επίσης στην ανάπτυξη αυτόνομων αυτοκινήτων — ακριβώς στους τομείς από τους οποίους θα προέλθει η μελλοντική ανάπτυξη.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν συνολικό προβάδισμα στην ΤΝ, αλλά το μεγάλο όφελος δεν προκύπτει από την κατασκευή της· προκύπτει από τη χρήση της, σημειώνει ο Μινχάου.
Σε αυτό το σημείο λοιπόν, ο Γερμανός αναλυτής λέει πως παρουσιάζεται έστω τώρα μια ακόμη ευκαιρία, για τους Ευρωπαίους, αφού έχασαν ήδη το τρένο της φάσης της ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ωστόσο, και εδώ είναι απαισιόδοξος. «Η νοοτροπία που εμπόδισε την ήπειρο να αναπτύξει αυτές τις τεχνολογίες είναι η ίδια που θα την εμποδίσει να τις αξιοποιήσει. Οι Ευρωπαίοι εμμένουν στην προστασία των δεδομένων· οι Αμερικανοί και οι Κινέζοι ενθουσιάζονται με τις νεοφυείς επιχειρήσεις δεδομένων».
Φταίνε και οι εταιρείες
Ωστόσο, δεν φταίνει πόνο πολιτικοί με την υπερβολική ρύθμιση της τεχνολογίας. O Γερμανός αναλυτής επιρρίπτει ευθύνες και στις εταιρείες που επιμένουν σε στρατηγικές του 20ου αιώνα. Για παράδειγμα, ενώ η Tesla ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει πλήρως την αυτοκινητοβιομηχανία για να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην τεχνητή νοημοσύνη, η Mercedes επανέφερε το πολυτελές μοντέλο S-Class με κινητήρα βενζίνης.
Ο Μινχάου θεωρεί ορθή την εκτίμηση του Έλον Μασκ ότι στο μέλλον τα μεγάλα κέρδη στην αυτοκίνηση δεν θα προέρχονται από την κατασκευή αυτοκινήτων, αλλά από την ΤΝ και την αυτόνομη οδήγηση.
«Οι Ευρωπαίοι δεν βρίσκονται πουθενά σε αυτή την κούρσα, παρότι η τεχνολογία ΤΝ πίσω από το αυτόνομο αυτοκίνητο θα είναι παρόμοια με εκείνη του αυτόνομου άρματος μάχης ή του αυτοκατευθυνόμενου drone».
Αυτό το «σπόρ» όμως προϋποθέτει ενέργεια, στην οποία η Κίνα έχει ήδη επενδύσει με ΑΠΕ σε κλίμακα που δεν έχει όμοιά της. «Φθηνή ενέργεια, προθυμία υιοθέτησης της ΤΝ και αυξανόμενοι πληθυσμοί είναι οι βασικοί προσδιοριστικοί παράγοντες της γεωπολιτικής ισχύος. Τα δημογραφικά της Κίνας μπορεί να είναι προβληματικά — αλλά τουλάχιστον διαθέτει τα άλλα δύο».
Γιατί είναι πίσω οι Ευρωπαίοι
Ο Μινχάου αποδίδει τα χαμηλά αντανακλαστικά των Ευρωπαίων στην αντιτεχνολογικής νομοθεσία της ΕΕ, από τον Κανονισμό για την τεχνητή νοημοσύνη έως τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, μετά το το Brexit.
«Όταν η ΕΕ συνέταξε τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR) τη δεκαετία του 2010, στόχος ήταν να σταματήσει τα ανεπιθύμητα email και τις ενοχλητικές κλήσεις. Όμως, στην προσπάθειά της να τα εξαλείψει, η Ευρώπη κατέστρεψε και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων δεδομένων γενικότερα» τονίζει ο Μινχάου, προσθέτοντας ότι «GDPR είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι Ευρωπαίοι ακόμη δεν συλλέγουν δεδομένα από αυτόνομα αυτοκίνητα».
Την ίδια στιγμή, συνεχίζει, η Ρωσία έχει ήδη αποκομίσει οφέλη παραγωγικότητας από την τεχνητή νοημοσύνη, λόγω των τεράστιων ενεργειακών της πόρων, κάτι που σύμφωνα με τον ίδιο είναι γεγονός πολύ μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας για τους Δυτικοευρωπαίους, οι οποίοι ανησυχούν για την ασφάλειά τους.
Έτσι καταλήγει πως «οι χαμένοι αυτής της νέας τεχνολογικής κούρσας θα είναι όσοι αρνούνται να αλλάξουν και είναι επιρρεπείς στην αποσπασματική σκέψη. Με απλά λόγια, δεν θέλετε να αφήσετε τη γεωπολιτική αποκλειστικά στους ειδικούς. Αν είστε ηγέτης που επιδιώκει στρατηγικό μεγαλείο, η συμβουλή μου είναι να περιβάλλεστε από τεχνολόγους».
Πηγή: in.gr