Η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν και η κατάργηση του πυρηνικού του προγράμματος είναι ο διακηρυγμένος στόχος του προέδρου Τραμπ. Αλλά στο παρασκήνιο, υπάρχουν κρίσιμα επιχειρηματικά συμφέροντα.
«Από το πετρέλαιο μέχρι το φυσικό αέριο, μέχρι τα λεγόμενα κρίσιμα ορυκτά, υπάρχει μεγάλο κρυφό δυναμικό στη χώρα που δέχεται επίθεση. Η ιδέα ενός πιθανού μελλοντικού άξονα του Ιράν με τη Δύση, αλλά κυρίως με τις ΗΠΑ, είναι το μεγάλο ζητούμενο», λένε στη Ναυτεμπορική, παράγοντες της αγοράς.
Οι σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα γεωπολιτικά ζητήματα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. «Πέρα από την επίσημη ρητορική που επικεντρώνεται στην εθνική ασφάλεια, τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων και την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπάρχει ένα υπόστρωμα οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων», επισημαίνουν οι ίδιες πηγές.
Το Ιράν είναι η τέταρτη μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο όσον αφορά τα αποθέματα πετρελαίου και η δεύτερη μεγαλύτερη όσον αφορά τα αποθέματα φυσικού αερίου. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), το Ιράν εξάγει σήμερα περίπου 3,3 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως, συν 1,3 εκατομμύρια βαρέλια συμπυκνωμάτων και άλλων υγρών υδρογονανθράκων, που αντιπροσωπεύουν μεταξύ 3 και 4,5% της παγκόσμιας παραγωγής.
Το Ιράν αντιπροσωπεύει επίσης, το 7% της παγκόσμιας παραγωγής φυσικού αερίου, ένα στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο τεράστιας αξίας. Ο άμεσος ή έμμεσος έλεγχος της πρόσβασης σε αυτούς τους πόρους επηρέαζε πάντα τη δυναμική της ισχύος στην περιοχή. Η γεωγραφική θέση του Ιράν του προσδίδει επίσης στρατηγική σημασία που υπερβαίνει τα δικά του ενεργειακά αποθέματα, και αυτό συμβαίνει εδώ και αρκετό καιρό: το Στενό του Ορμούζ, που βρίσκεται μεταξύ Ομάν και Ιράν, από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου. Καθημερινά, περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου και άλλων καυσίμων, διέρχονται από αυτό το πέρασμα. Ηδη, το κλείσιμο του Στενού από τους Φρουρούς της Επανάστασης, έχει εκτοξεύσει την τιμή του πετρελαίου κοντά στα 80 δολάρια το βαρέλι
Τα μέλη του ΟΠΕΚ που «βρέχονται» από τον Κόλπο – Σαουδική Αραβία, Ιράν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κουβέιτ και Ιράκ – εξάγουν το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου τους μέσω του Ορμούζ, κυρίως στις ασιατικές αγορές.
Μόνο η Σαουδική Αραβία διακινεί περίπου έξι εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Το Κατάρ στέλνει επίσης σχεδόν όλο το υγροποιημένο φυσικό αέριο του μέσω αυτής της διαδρομής. Οι εναλλακτικές διαδρομές είναι εξαιρετικά περιορισμένες: οι υπάρχοντες αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσαν να παρέχουν μια εναλλακτική «παράκαμψη», αλλά με δυνατότητα μεταφοράς μόλις 2,6 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα- ένα κλάσμα δηλαδή, της συνολικής κυκλοφορίας.
Μόνο η Κίνα λαμβάνει το 47% του πετρελαίου της δια θαλάσσης από τον Κόλπο.
Οι «οπαδοί» και οι αντίπαλοι της επίθεσης
Οι υποστηρικτές της σκληρής προσέγγισης απέναντι στο Ιράν σε σύγκριση με τις πολιτικές κατευνασμού του πρόσφατου παρελθόντος, υποστηρίζουν ότι η ικανότητα του Ιράν να απειλεί το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου αποτελεί κίνδυνο για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια και συνεπώς, δικαιολογεί προληπτικά μέτρα.
Οι αντίπαλοι της επίθεσης στο Ιράν, αντιτάσσουν ότι οι εντάσεις με το ίδιο το Ιράν αυξάνουν τον κίνδυνο διαταραχών στο εμπόριο, κάτι που συμβαίνει, και ότι η εξελισσόμενη σύγκρουση θα μπορούσε γρήγορα να έχει καταστροφικές συνέπειες για τις αγορές ενέργειας.
Το Ιράν και τα πετροδολάρια
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου έχει δομηθεί γύρω από το δολάριο ΗΠΑ ως το νόμισμα αναφοράς. Αυτό το σύστημα, που γεννήθηκε κυρίως από συμφωνίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας, ιδιαίτερα από τον Ρίτσαρντ Νίξον και μετά, έχει διασφαλίσει μια σταθερή παγκόσμια ζήτηση για δολάρια, υποστηρίζοντας την αξία του αμερικανικού νομίσματος και δίνοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα διαρθρωτικό πλεονέκτημα στην παγκόσμια οικονομία.
Μετά την πτώση του Σάχη Ρεζά Παχλεβί το 1979 από την Ισλαμική Επανάσταση, το Ιράν επιδίωξε ενεργά να μειώσει την εξάρτησή του από το δολάριο ΗΠΑ για τις πωλήσεις πετρελαίου: ήδη από το 2007, ο τότε πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ , ο οποίος σκοτώθηκε στη βομβιστική επίθεση στην Τεχεράνη, προσπάθησε να πείσει τα μέλη του ΟΠΕΚ να εγκαταλείψουν το δολάριο, αποκαλώντας το «ένα άχρηστο κομμάτι χαρτί».
Το 2016, μετά την χαλάρωση των κυρώσεων, το Ιράν ζήτησε ρητά, να γίνονται οι πληρωμές σε ευρώ τόσο για νέες συμβάσεις πετρελαίου όσο και για υπάρχοντα χρέη με εμπορικούς εταίρους. Αυτό συνέβη σε μια εποχή που το Ιράν πλησίαζε την Ευρωπαϊκή Ένωση κάτι που, όπως ήταν εύλογο, προκάλεσε ανησυχίες στην Ουάσιγκτον.
Το 2008, το Ιράν ίδρυσε το Ιρανικό Χρηματιστήριο Πετρελαίου στο νησί Κις, σχεδιασμένο για να εμπορεύεται τον μαύρο χρυσό και πετροχημικά, σε νομίσματα εκτός του δολαρίου – κυρίως σε ευρώ και το ιρανικό ριάλ .
Η αμφισβήτηση του δολαρίου
Πολλοί αναλυτές, όπως ο Καναδός, βετεράνος διπλωμάτης Πήτερ Ντέιλ Σκοτ και καθηγητής στο Cambridge, έχει τονίσει επανειλημμένα ότι η αμφισβήτηση του δολαρίου έπαιξαν εδώ και χρόνια σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις για στρατιωτική επέμβαση τόσο στο Ιράκ, όσο και στη Λιβύη, και σήμερα στο Ιράν
Το Ιράκ, επί Σαντάμ Χουσεΐν μετέτρεψε τις πληρωμές του μέσω του προγράμματος «Πετρέλαιο έναντι Τροφίμων» από δολάρια σε ευρώ την περίοδο 2000-2001.
Στη Λιβύη, επί Μουαμάρ Καντάφι, είχαν ξεκινήσει σχέδια για ένα παναφρικανικό νόμισμα βασισμένο σε ένα λιβυκό δηνάριο με χρυσό, με στόχο την απελευθέρωση των αφρικανικών εθνών από την εξάρτηση από το δολάριο, το γαλλικό φράγκο και το σύστημα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Αναμφίβολα, η ηγεμονία του δολαρίου πηγάζει από πιο σύνθετους παράγοντες, όπως η ισχύς των αμερικανικών χρηματοπιστωτικών αγορών και η θεσμική σταθερότητα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι εξαγωγές αμερικανικών όπλων στη Μέση Ανατολή
Είναι όμως αλήθεια, ότι η Μέση Ανατολή αντιπροσωπεύει την πιο επικερδή αγορά στον κόσμο για την αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ. Τον Ιανουάριο του 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενέκριναν συνδυασμένες πωλήσεις όπλων ύψους περίπου 15,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε Σαουδική Αραβία και Ισραήλ, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, 730 αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot που πωλήθηκαν από την Lockheed Martin, αξίας 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Όσον αφορά το Ισραήλ, οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται ένα πακέτο 6,67 δισεκατομμυρίων δολαρίων που περιλαμβάνει 30 επιθετικά ελικόπτερα AH-64E Apache, 3.250 ελαφρά τακτικά οχήματα, προγράμματα αναβάθμισης για τεθωρακισμένα οχήματα και ελικόπτερα πολλαπλών ρόλων AW119Kx .
«Οι περιφερειακές εντάσεις δικαιολογούν την αύξηση των πωλήσεων αμερικανικών όπλων, οι οποίες με τη σειρά τους μπορούν να τροφοδοτήσουν περαιτέρω εντάσεις, και ούτω καθεξής- ένας φαύλος κύκλος, δηλαδή», τονίζουν Αμερικανοί αναλυτές.
«Οι πωλήσεις οπλικών συστημάτων τον Ιανουάριο ανακοινώθηκαν στο πλαίσιο των αυξημένων περιφερειακών εντάσεων και της πιθανής στρατιωτικής δράσης των ΗΠΑ κατά του Ιράν», σύμφωνα με το AP News. Αμυντικές βιομηχανίες όπως η Lockheed Martin, η Boeing και η Raytheon έχουν σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στη διατήρηση μιας πολύ ενεργής αγοράς άμυνας ή επίθεσης στη Μέση Ανατολή.
Ιράν- Ισραήλ-Σαουδική Αραβία
Η περιφερειακή αντιπαλότητα μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Ισραήλ και Ιράν είναι ένα περίπλοκο και ακανθώδες πλέγμα αντικρουόμενων συμφερόντων και στόχων.
Το «Όραμα 2030» της Σαουδικής Αραβίας, με επικεφαλής τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, επιδιώκει ταχύ εκσυγχρονισμό, εξομάλυνση ομαλοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ και μια συμμαχία ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
ΑΠΕ-ΜΠΕ
Το «Όραμα 1979» του Ιράν, έχει στόχο τη διατήρηση της θεοκρατικής ιδεολογίας της Ισλαμικής Επανάστασης και στην αντίσταση στην δυτική επιρροή. Η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, οι δύο κύριοι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή, θεωρούν το Ιράν ως την κύρια στρατηγική τους απειλή: Το Ιράν έχει διατηρήσει σημαντική επιρροή πέρα από τα σύνορά του όλα αυτά τα χρόνια μέσω πληρεξουσίων και πολιτοφυλακών που ασκούν κυρίαρχο ρόλο στο Ιράκ, τον Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη και τη Γάζα. Το Ιράν υποστηρίζει τη Χαμάς και βρίσκεται πίσω από την επίθεση του 2023 στο Ισραήλ.
« Η συμμαχία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ, προηγουμένως αδιανόητη αλλά τώρα είναι μια πραγματικότητα και θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει την περιφερειακή ηγεμονία, δημιουργώντας σημαντικά οφέλη για τις Ηνωμένες Πολιτείες», τονίζουν Ευρωπαίοι διπλωμάτες. «Η αποδυνάμωση του Ιράν ενισχύει τη θέση αυτών των νέων συμμάχων, με πιθανά οφέλη για τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή», επισημαίνουν, αλλά προειδοποιούν ταυτόχρονα: «Υπάρχει σημαντικός κίνδυνος ο πόλεμος με το Ιράν να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή, βλάπτοντας τα συμφέροντα των Αμερικανών συμμάχων και την παγκόσμια οικονομία.
Νέες συμμαχίες
Ήδη, τα σχέδια του Τραμπ για διαρκή ειρήνη συγκρούονται με την εμφάνιση νέων συμμαχιών. Στις 17 Σεπτεμβρίου, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, η μόνη μουσουλμανική χώρα που διαθέτει πυρηνικά όπλα, υπέγραψαν ένα αμοιβαίο σύμφωνο άμυνας , στο οποίο μετέχει ήδη και η Τουρκία.
Η απάντηση ήρθε από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ισραήλ, με τη μορφή νέων συμφώνων συνεργασίας με την Ινδία, το οποίο περιλαμβάνει την άμυνα και την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας. Στα ευαίσθητα θέατρα της Υεμένης, του Σουδάν και της Λιβύης, Σαουδική Αραβία και Εμιράτα υποστηρίζουν αντιμαχόμενες κυβερνήσεις και στρατούς.
Πόλεμος αντί κυρώσεων
Επιπλέον, ο πόλεμος έχει πλέον αντικαταστήσει τις κυρώσεις, που μέχρι πρόσφατα ήταν το κύριο μέσο της αμερικανικής πολιτικής: το 2025, η κυβέρνηση Τραμπ είχε αυστηροποιήσει σημαντικά τις κυρώσεις στο πλαίσιο μιας εκστρατείας «μέγιστης πίεσης», στοχεύοντας σε ιρανικά δίκτυα με έδρα το εξωτερικό, ιδίως σε κινεζικές επιχειρήσεις.
Το 57% των υπερδεξαμενόπλοιων που εμπλέκονται στο ιρανικό εμπόριο αργού πετρελαίου έχουν άλλωστε προορισμό, την Κίνα. Οι κυρώσεις, ωστόσο, όπως συνέβη πιο πρόσφατα στον ρωσοουκρανικό πόλεμο, δεν κατάφεραν να επιβάλουν πολιτική αλλαγή στο Θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης. Αντίθετα οδήγησαν στην ανάπτυξη μιας «οικονομίας αντίστασης» που αποφεύγει τις κυρώσεις και ενισχύει τους πιο σκληροπυρηνικούς «μουλάδες».
Διεθνείς παράγοντες της αγοράς είχαν προτείνει οικονομικά κίνητρα για να συνεργαστεί το Ιράν με τις Ηνωμένες Πολιτείες αντί για κυρώσεις. Ωστόσο, αυτή η προοπτική είναι μειοψηφία στην τρέχουσα πολιτική συζήτηση, όπως έδειξε και η νέα στρατιωτική επέμβαση.
«Περιφερειοποίηση» του πολέμου
Το Ιράν, παρά τη συνολική του αδυναμία, διατηρεί σημαντική ισχύ πυρός και θα μπορούσε τώρα να «περιφερειοποιήσει» τον πόλεμο στοχεύοντας διυλιστήρια πετρελαίου στον Κόλπο και άλλες υποδομές, πυροδοτώντας μια παρατεταμένη σύγκρουση χωρίς γρήγορη επίλυση.
«Η υπόθεση ότι οι βομβαρδισμοί, χωρίς μια πλήρη χερσαία εισβολή, θα πυροδοτήσουν μια νέα επανάσταση στο Ιράν, με αλλαγή καθεστώτος και ίσως έναν νέο πρόεδρο πιο συμπονετικό προς τη δημοκρατία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν είναι ρεαλιστική, αν όχι αδύνατη», συμφωνούν οι περισσότεροι αναλυτές.
Στην πράξη, σε μια χώρα 92 εκατομμυρίων κατοίκων, εκ των οποίων δεν είναι όλοι εχθροί των μουλάδων, οι βόμβες δεν μπορούν να επιβάλουν τη δημοκρατία.
Πηγή: naftemporiki.gr