Του Δρ. Παντελή Σκλιά / Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας
Πρύτανη, Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφος
Η κυρίαρχη ανάλυση γύρω από την πολεμική σύρραξη μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και την προοπτική τερματισμού της τείνει να εστιάζει σε εξωγενείς περιορισμούς: ζητήματα εφοδιαστικής αλυσίδας, αποθέματα, προμήθεια και παραγωγή στρατιωτικού υλικού για τις εμπλεκόμενες χώρες, πιέσεις από τις χώρες του Κόλπου ή τον φόβο ευρύτερης περιφερειακής ανάφλεξης. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση των εσωτερικών και διαρθρωτικών παραμέτρων των δύο βασικών δρώντων αποκαλύπτει ότι η χρονική διάρκεια μιας τέτοιας σύρραξης είναι πιθανό να είναι εκ των πραγμάτων πεπερασμένη — όχι λόγω εξωτερικών περιορισμών, αλλά εξαιτίας της ανάγκης διατήρησης της εσωτερικής ισορροπίας και του υφιστάμενου status quo και στις δύο πλευρές.
Πρώτον, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η οικονομική πραγματικότητα θέτει σαφή όρια. Παρά την ενεργειακή αυτάρκεια και τη δυνατότητα ελέγχου σημαντικών ενεργειακών πόρων, όπως εκείνων της Βενεζουέλας, η κυβέρνηση του Προέδρου Trump δεν έχει καταφέρει να περιορίσει αποτελεσματικά τις πληθωριστικές πιέσεις. Ο πληθωρισμός λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής πολιτικού κόστους σε περιόδους κρίσης, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με γεωπολιτική αβεβαιότητα και στρατιωτικές δαπάνες. Καθώς οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο πολιτικό ορόσημο, η ανοχή της αμερικανικής κοινωνίας σε μια παρατεταμένη σύρραξη η οποία εντείνει τις πληθωριστικές τάσεις και οδηγεί σε ακρίβεια, είναι περιορισμένη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική ηγεσία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην προβολή ισχύος και στη διατήρηση της εσωτερικής οικονομικής σταθερότητας. Μια μακροχρόνια πολεμική εμπλοκή θα μπορούσε να εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις μέσω αύξησης των δημοσίων δαπανών, των διαταραχών στις αγορές ενέργειας, και τελικά στο κόστος της καθημερινότητας, επηρεάζοντας άμεσα την εκλογική συμπεριφορά. Συνεπώς, η επιλογή μιας σύντομης και ελεγχόμενης σύρραξης δεν είναι απλώς στρατηγική επιλογή, αλλά πολιτική αναγκαιότητα.
Δεύτερον, η διεθνής οικονομική διάσταση και ειδικότερα η σχέση με την Κίνα, δημιουργεί ένα πλαίσιο αλληλεξάρτησης που περιορίζει τη διάρκεια της σύγκρουσης. Η προσπάθεια των ΗΠΑ να περιορίσουν την προοπτική οικονομικής επικυριαρχίας της Κίνας έχει εγγενή όρια. Η Κίνα, ως ένας από τους μεγαλύτερους κατόχους αμερικανικού χρέους, διαθέτει εργαλεία που μπορούν να επηρεάσουν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Πεκίνο θα επιδιώξει άμεσα μια αποσταθεροποίηση των ΗΠΑ, καθώς κάτι τέτοιο θα είχε και για το ίδιο σημαντικό κόστος. Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη αυτής της δυνατότητας λειτουργεί ως αντικίνητρο για μια παρατεταμένη πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ. Η αλληλεξάρτηση αυτή ενισχύει τη λογική των περιορισμένων συγκρούσεων, όπου οι στόχοι είναι συγκεκριμένοι και χρονικά οριοθετημένοι, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο το ευρύτερο οικονομικό οικοδόμημα.
Τρίτον, από την πλευρά του Ιράν, το καθεστώς έχει εξίσου ισχυρά κίνητρα να αποφύγει μια μακρόσυρτη σύρραξη. Η πολιτική δομή της Τεχεράνης βασίζεται σε μια εύθραυστη ισορροπία μεταξύ ιδεολογικής συνοχής και κοινωνικής αντοχής. Μια παρατεταμένη πολεμική κατάσταση ενέχει τον κίνδυνο εσωτερικής αποσταθεροποίησης, είτε μέσω οικονομικής κατάρρευσης είτε μέσω κοινωνικών αναταραχών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ιρανική ηγεσία έχει συμφέρον να κινηθεί «δημιουργικά» προς την κατεύθυνση μιας ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης. Η διατήρηση του καθεστώτος με τα βασικά του χαρακτηριστικά αποτελεί πρωταρχικό στόχο, και αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης πολεμικής φθοράς. Η επιλογή, επομένως, δεν είναι ανάμεσα στη σύγκρουση και την ειρήνη, αλλά ανάμεσα σε μια περιορισμένη σύγκρουση και μια δυνητικά καταστροφική παρατεταμένη αντιπαράθεση.
Συνολικά, η λογική του πεπερασμένου χρονικού ορίου μιας τέτοιας σύρραξης μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από το πρίσμα της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας και ειδικότερα της Θεωρίας Παιγνίων. Σε ένα παίγνιο όπου και οι δύο πλευρές επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των ωφελειών τους με το μικρότερο δυνατό κόστος, οι στρατηγικές επιλογές τείνουν προς ισορροπίες που αποφεύγουν την κλιμάκωση.
Μικρές υποχωρήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλα οφέλη, εφόσον διασφαλίζεται η βασική επιδίωξη και των δύο πλευρών: η διατήρηση του υφιστάμενου status quo με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Για τις ΗΠΑ, αυτό σημαίνει οικονομική και πολιτική σταθερότητα στο εσωτερικό και διατήρηση της διεθνούς τους ηγεμονικής θέσης. Για το Ιράν, σημαίνει επιβίωση και συνέχεια του καθεστώτος χωρίς θεμελιώδεις αλλοιώσεις στο πολιτικό του υπόβαθρο στο εσωτερικό, αλλά με υποχωρήσεις στο ακανθώδες ζήτημα της κατοχής εμπλουτισμένου ουρανίου και στην ενίσχυση των δορυφόρων του, ιδιαίτερα των Χεζμπολαχ, Χαμας και Χουτι.
Επομένως, αντί να εστιάζουμε αποκλειστικά σε εξωτερικούς περιορισμούς, αξίζει να αναγνωρίσουμε ότι οι ίδιοι οι βασικοί δρώντες έχουν ενσωματωμένα κίνητρα που τους ωθούν προς μια σύντομη και ελεγχόμενη σύγκρουση. Αυτή η οπτική δεν αναιρεί τους κινδύνους, αλλά προσφέρει μια πιο σύνθετη και, ενδεχομένως, πιο αισιόδοξη κατανόηση της δυναμικής της κρίσης.