Αμετάβλητα αναμένεται να διατηρήσει εκ νέου τα επιτόκια αυτή την εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), καθώς αναμένει να δει κατά πόσον η απότομη αύξηση που σημείωσε ο πληθωρισμός, ο οποίος προκλήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, θα αποδειχθεί προσωρινή ή θα αρχίσει να επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη.
Οι αγορές αύξησαν τα στοιχήματά τους υπέρ της αύξησης των επιτοκίων μετά το παγκόσμιο ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος ΗΠΑ - Ισραήλ κατά του Ιράν και ο οποίος ήδη ωθεί προς τα πάνω τις τιμές καταναλωτή στην Ευρωζώνη.
Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη εκτινάχθηκε στο 2,6% τον Μάρτιο, ξεπερνώντας τον στόχο του 2% που έθεσε η ΕΚΤ, η οποία έχει προειδοποιήσει ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αυξηθεί πολύ υψηλότερα στο χειρότερο σενάριο της.
Ο οικονομολόγος της ING, Κάρστεν Μπρζέσκι, δήλωσε ότι το μότο της ΕΚΤ πριν από τον πόλεμο - ότι βρισκόταν σε «καλή θέση» όσον αφορά τα επιτόκια - δεν ισχύει πλέον.
«Η τράπεζα επέστρεψε σε κατάσταση κρίσης, μετατοπίζοντας την εστίασή της από τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις στις πραγματικές εξελίξεις», πρόσθεσε.
Ωστόσο, οι οικονομολόγοι αναμένουν ότι η κεντρική τράπεζα δεν θα προβεί σε κίνηση στη συνεδρίασή της την ερχόμενη Πέμπτη και θα διατηρήσει το βασικό της επιτόκιο καταθέσεων στο 2%, επίπεδο στο οποίο βρίσκεται από τον Ιούνιο του 2025, καθώς περιμένει να δει πώς θα εξελιχθεί ο πόλεμος.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, παρέτεινε την εκεχειρία με το Ιράν για να δώσει περισσότερο χρόνο σε ειρηνευτικές συνομιλίες, ενώ οι συγκρούσεις έχουν ως επί το πλείστο σταματήσει στην περιοχή, αν και τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά για τη διακίνηση δεξαμενόπλοιων.
Επιπλέον, οι τιμές της ενέργειας δεν έχουν αυξηθεί τόσο γρήγορα όσο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, σημειώνουν οι οικονομολόγοι, και οι αλυσίδες εφοδιασμού δεν αντιμετωπίζουν τις ίδιες διαταραχές.
«Δεν βιαζόμαστε»
Παρά τα φαντάσματα του 2022, όταν η ΕΚΤ επικρίθηκε ότι κινήθηκε αργά για να αυξήσει τα επιτόκια καθώς αυξανόταν ο πληθωρισμός, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν στείλει το μήνυμα ότι δεν βιάζονται.
«Δεν βιαζόμαστε», δήλωσε στους Financial Times την περασμένη εβδομάδα ο Διοικητής της Τράπεζας της Λετονίας, Μάρτινς Κάζακς, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ που καθορίζει τα επιτόκια.
«Εξακολουθούμε να έχουμε τη μεγάλη πολυτέλεια να συλλέγουμε δεδομένα και να διαμορφώνουμε την άποψή μας», πρόσθεσε.
Οι αυξήσεις των επιτοκίων θα επιβαρύνουν επίσης την υποτονική οικονομία της Ευρωζώνης, της οποίας οι κρίσιμοι κατασκευαστές αντιμετωπίζουν νέες πιέσεις από το ενεργειακό σοκ.
Έρευνα που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα έδειξε ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα της ευρωζώνης συρρικνώθηκε για πρώτη φορά σε 16 μήνες τον Απρίλιο λόγω των επιπτώσεων του πολέμου.
Στις ΗΠΑ, οι οικονομολόγοι έχουν ανατρέψει τις προσδοκίες τους για μειώσεις επιτοκίων, καθώς τα ενεργειακά σοκ στο Ιράν προσθέτουν πληθωριστική πίεση, και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα αναμένεται επίσης να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια όταν συνεδριάσει την ερχόμενη Τετάρτη.
Όλα τα βλέμματα θα είναι στραμμένα στη συνέντευξη Τύπου της Προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, που θα ακολουθήσει τη συνεδρία, ώστε να λάβουν κάποιες ενδείξεις σχετικά με τις προοπτικές των επιτοκίων.
Ωστόσο, είναι πιθανό να επαναλάβει τη διατύπωση των τελευταίων εβδομάδων ότι η τράπεζα βρίσκεται σε «καλή θέση» για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις του πολέμου και να αρνηθεί να αναφερθεί σε μελλοντικές αποφάσεις.
Μιλώντας στο Βερολίνο την περασμένη εβδομάδα, η κ. Λαγκάρντ είπε ότι η τράπεζα αντιμετωπίζει «διπλή αβεβαιότητα», καθώς δεν είναι σαφές πόσο θα διαρκέσει το σοκ και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις του στην ευρύτερη οικονομία.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ