Economy
Η οικονομία της αντίστασης του Ιράν και το κόστος για τη Δύση
Η οικονομία της αντίστασης του Ιράν και το κόστος για τη Δύση

Του Χρ. Χριστοδούλου-Βόλου*

Ενώ οι πολεμικές επιχειρήσεις στον Περσικό Κόλπο έχουν εισέλθει σε μια εύθραυστη φάση ύφεσης μετά την εκεχειρία της 8ης Απριλίου, η ευρύτερη γεωοικονομική σύγκρουση όχι μόνο συνεχίζεται αλλά βαθαίνει. Το Ιράν, αντιμέτωπο με έναν ασφυκτικό ναυτικό αποκλεισμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες και σημαντικές ζημιές σε κρίσιμες υποδομές, φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να αντέχει. Αντιθέτως, οι συνέπειες της κρίσης αρχίζουν να διαχέονται με αυξανόμενη ένταση προς τη Δύση, αναδεικνύοντας τα όρια των παραδοσιακών εργαλείων οικονομικής πίεσης.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αντιφατική. Από τη μία πλευρά, η ιρανική οικονομία βρίσκεται υπό σοβαρή πίεση: οι εξαγωγές πετρελαίου έχουν περιοριστεί δραστικά, το νόμισμα έχει αποδυναμωθεί σημαντικά, και η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να καταγράψει διψήφια ύφεση εντός του έτους. Από την άλλη πλευρά, δεν παρατηρούνται, τουλάχιστον ακόμη, τα κλασικά συμπτώματα μιας οικονομίας σε κατάσταση κατάρρευσης. Οι τράπεζες λειτουργούν κανονικά, δεν έχουν επιβληθεί περιορισμοί στις αναλήψεις, τα βασικά αγαθά παραμένουν διαθέσιμα και το κράτος συνεχίζει να καταβάλλει μισθούς.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι τυχαίο. Εντάσσεται στη στρατηγική που η Τεχεράνη αποκαλεί «οικονομία της αντίστασης». Πρόκειται για ένα μοντέλο που έχει διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες κυρώσεων και διεθνούς απομόνωσης, με βασικούς άξονες την αξιοποίηση εσωτερικών πόρων, την ενίσχυση της αυτάρκειας και την ανάπτυξη εναλλακτικών εμπορικών δικτύων. Το Ιράν έχει μάθει να λειτουργεί υπό πίεση και να προσαρμόζεται, ακόμη και όταν οι παραδοσιακές ροές εμπορίου διακόπτονται.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ανθεκτικότητα παίζει η γεωγραφία. Παρά τον περιορισμό των θαλάσσιων εξαγωγών μέσω του Περσικού Κόλπου, το Ιράν διατηρεί ενεργές εμπορικές σχέσεις με γειτονικές χώρες μέσω χερσαίων συνόρων. Η Τουρκία, το Ιράκ και το Πακιστάν συνεχίζουν τις συναλλαγές, ενώ η Ρωσία έχει ενισχύσει τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μέσω της Κασπίας Θάλασσας, παρακάμπτοντας τις αποκλεισμένες θαλάσσιες οδούς. Αυτά τα δίκτυα δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τις απώλειες από το πετρέλαιο, αλλά επαρκούν για να διατηρήσουν έναν βασικό οικονομικό «παλμό».

Επιπλέον, η Τεχεράνη διαθέτει σημαντικά αποθέματα χρυσού και εμπειρία στη διαχείριση συναλλαγών εκτός του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η ικανότητα πληρωμής εισαγωγών με αυξημένο κόστος, αλλά χωρίς πλήρη διακοπή τους, μειώνει τον κίνδυνο άμεσης κρίσης εφοδιασμού. Στον τομέα των τροφίμων, η κατάσταση είναι πιο ευνοϊκή απ’ ότι σε άλλες χώρες της περιοχής: μια καλή εγχώρια συγκομιδή περιορίζει την ανάγκη για εισαγωγές σιτηρών, ενισχύοντας την επισιτιστική ασφάλεια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πιέσεις είναι αμελητέες. Το ριάλ έχει υποστεί σοβαρή υποτίμηση τα τελευταία χρόνια, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό και κοινωνικές εντάσεις. Οι διαδηλώσεις που σημειώθηκαν πρόσφατα καταδεικνύουν ότι η κοινωνική αντοχή δεν είναι απεριόριστη. Ωστόσο, το πολιτικό σύστημα του Ιράν διαθέτει μηχανισμούς ελέγχου και καταστολής που του επιτρέπουν να διαχειρίζεται εσωτερικές αναταράξεις, ιδίως όταν αυτές ερμηνεύονται ως μέρος μιας ευρύτερης «υπαρξιακής απειλής».

Σε αυτά τα πλαίσια, η εκτίμηση ότι το Ιράν θα «λυγίσει πρώτο» υπό την πίεση των κυρώσεων και του αποκλεισμού αποδεικνύεται μάλλον υπεραισιόδοξη για τη Δύση. Αντιθέτως, όσο παρατείνεται η κρίση, τόσο περισσότερο αυξάνεται το κόστος για τις δυτικές οικονομίες. Η διαταραχή στις ενεργειακές ροές, ιδίως μέσω των Στενών του Ορμούζ, τροφοδοτεί την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, ενισχύοντας τον πληθωρισμό σε μια ήδη εύθραυστη συγκυρία.

Η εμπειρία της ουκρανικής κρίσης είναι ακόμη νωπή. Τότε, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια απότομη ενεργειακή αναπροσαρμογή, με υψηλό οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Σήμερα, ένα νέο σοκ στην προσφορά ενέργειας θα μπορούσε να αναζωπυρώσει παρόμοιες πιέσεις, επηρεάζοντας την ανάπτυξη, τα εισοδήματα και τη δημοσιονομική σταθερότητα. Οι κυβερνήσεις ενδέχεται να αναγκαστούν να λάβουν μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.

Παράλληλα, η πολιτική διάσταση δεν είναι αμελητέα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η προσέγγιση εκλογικών αναμετρήσεων αυξάνει την ευαισθησία σε οικονομικές εξελίξεις όπως είναι ο πληθωρισμός και οι τιμές της ενέργειας. Ένα παρατεταμένο αδιέξοδο με το Ιράν ενδέχεται να περιορίσει τα περιθώρια πολιτικών επιλογών και να εντείνει τις πιέσεις για επαναδιαπραγμάτευση.

Συμπερασματικά, η «οικονομία της αντίστασης» του Ιράν αναδεικνύει μια κρίσιμη πραγματικότητα: σε έναν πολυπολικό κόσμο, τα εργαλεία οικονομικής πίεσης δεν παράγουν πάντα τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Χώρες που έχουν προσαρμοστεί σε καθεστώς κυρώσεων μπορούν να αποδειχθούν πιο ανθεκτικές απ’ ότι υπολογίζεται. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο θα αντέξει το Ιράν, αλλά και πόσο κόστος είναι διατεθειμένη να επωμιστεί η Δύση για να διατηρήσει την πίεση. Αν η παρούσα δυναμική συνεχιστεί, η απάντηση ίσως αποδειχθεί πολιτικά και οικονομικά πιο σύνθετη απ’ ότι αρχικά εκτιμήθηκε.

* Καθηγητής Μακροοικονομετρίας και Χρηματοοικονομικών και Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος