Σημαντικές πιέσεις δέχεται το τουριστικό προϊόν της Κύπρου, καθώς οι πολεμικές συρράξεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά τις αφίξεις, με τον Απρίλιο του 2026 να καταγράφει τη δεύτερη συνεχή μηνιαία πτώση. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, οι απώλειες για το πρώτο τετράμηνο του έτους έχουν πλέον διευρυνθεί στο -17,9%.
Τα νούμερα του Απριλίου
Οι αφίξεις τουριστών τον Απρίλιο του 2026 περιορίστηκαν στις 303.031, παρουσιάζοντας κατακόρυφη πτώση 27,6% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025, όταν είχαν ανέλθει στις 418.730. Η αρνητική αυτή τροχιά ακολουθεί έναν εξίσου δύσκολο Μάρτιο, όπου η μείωση είχε αγγίξει το 30,7%. Συνολικά, για την περίοδο Ιανουαρίου – Απριλίου 2026, οι επισκέπτες ανήλθαν σε 710.370 έναντι 865.326 την προηγούμενη χρονιά.
Κατάρρευση της ισραηλινής αγοράς
Το ισχυρότερο πλήγμα δέχθηκε η αγορά του Ισραήλ, η οποία παραδοσιακά αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή τουρισμού για την Κύπρο. Για τον μήνα Απρίλιο, οι αφίξεις από το Ισραήλ σημείωσαν εντυπωσιακή μείωση της τάξης του 75%, περιορίζοντας το μερίδιό τους μόλις στο 5,3% (15.997 αφίξεις) επί του συνόλου. Παρά την κρίση, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέμεινε η κυριότερη πηγή τουρισμού με ποσοστό 39,2% (118.742), ενώ ακολούθησαν η Πολωνία (8,4%), η Γερμανία (8,0%) και η Ελλάδα (4,7%).
Αλλαγή στο προφίλ των επισκεπτών
Η αβεβαιότητα στην περιοχή φαίνεται να επηρεάζει και τον σκοπό των ταξιδιών. Ενώ τον Απρίλιο του 2025 το 80,3% των επισκεπτών ερχόταν για διακοπές, το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 73,0% το 2026. Αντιθέτως, παρατηρήθηκε αύξηση στις επισκέψεις σε φίλους ή συγγενείς (17,7% από 12,7%) καθώς και στα επαγγελματικά ταξίδια, που ανήλθαν στο 9,2%.
Σταθερά τα ταξίδια των Κυπρίων
Σε αντίθεση με το τουριστικό ρεύμα προς το νησί, η επιθυμία των κατοίκων Κύπρου για ταξίδια στο εξωτερικό παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη. Τον Απρίλιο του 2026 καταγράφηκαν 164.357 ταξίδια κατοίκων, σημειώνοντας οριακή μείωση μόλις 0,3% σε σχέση με πέρσι. Η Ελλάδα διατήρησε την πρωτοκαθεδρία στις προτιμήσεις των Κυπρίων με ποσοστό 32,1%, ακολουθούμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο (6,8%) και την Ιταλία (6,0%).