Economy
Καταχρηστικές ρήτρες: Διαφωνεί με την κυβέρνηση ο ΣΥΠΡΟΔΑΤ
Καταχρηστικές ρήτρες: Διαφωνεί με την κυβέρνηση ο ΣΥΠΡΟΔΑΤ

Σε μείζον θεσμικό και οικονομικό ζήτημα εξελίσσεται η νομοθεσία για τις καταχρηστικές ρήτρες («Ο Περί μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων, τροποποιητικός αριθμός 2 νόμος του 2026»), καθώς η απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας να παραπέμψει το νόμο στο Ανώτατο Δικαστήριο έχει προκαλέσει την αντίδραση του Συνδέσμου Προστασίας Δανειοληπτών Τραπεζών (ΣΥΠΡΟΔΑΤ). 

Οι κυβερνητικές ανησυχίες για τη δημοσιονομική σταθερότητα

Κυβερνητικές πηγές υπογραμμίζουν ότι η αναφορά στο Ανώτατο αποτελεί εργαλείο διασφάλισης της έννομης τάξης και όχι πολιτική αντιπαράθεση. Η εκτελεστική εξουσία υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία, παρεμβαίνει στον πυρήνα των εξουσιών της, επηρεάζοντας άμεσα τη δημοσιονομική πολιτική και τον οικονομικό σχεδιασμό, αποδυναμώνει το πλαίσιο των εκποιήσεων, δημιουργώντας κινδύνους για τη λειτουργία του συστήματος και δίνοντας κίνητρα για «στρατηγική αθέτηση υποχρεώσεων». Παράλληλα, απειλεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, με ορατό τον κίνδυνο αύξησης των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (ΜΕΧ) και την πιθανή επιβολή υψηλότερων επιτοκίων σε νέα δάνεια λόγω της αποδυνάμωσης των εξασφαλίσεων. 

Επιπλέον, τονίζεται ότι διεθνείς οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ, και οι οίκοι αξιολόγησης έχουν προειδοποιήσει πως τέτοιες παρεμβάσεις υπονομεύουν την επενδυτική βαθμίδα της χώρας και περιορίζουν την πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

Αντίθετος ο ΣΥΠΡΟΔΑΤ

Στον αντίποδα, η Διευθύντρια του ΣΥΠΡΟΔΑΤ, Τζένη Παπαχαραλάμπους, δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας της νομοθεσίας για τις καταχρηστικές ρήτρες για την οποία έγινε αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Ανέφερε ότι η νομοθεσία που ψήφισε η Βουλή αφορά πρόταση νόμου που κατέθεσαν ΑΚΕΛ και Οικολόγοι «με την οποία οι οφειλέτες θα είχαν πρόσβαση στη δικαιοσύνη για το ύψος των χρεών και για τις καταχρηστικές ρήτρες και προσθέτει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας «έκρινε ότι επηρεαζόταν η χρηματοπιστωτική σταθερότητα με σοβαρές επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά».

Η κ. Παπαχαραλάμπους εξέφρασε την ελπίδα ότι η αναμενόμενη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου θα είναι θετική ως προς τη νομοθεσία.

«Το ίδιο ευελπιστούμε και για την πρόταση περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου καθώς το όφελος που θα προσκομίσουν οι δανειολήπτες από τις εν λόγω αποφάσεις είναι μεγάλης σημασίας», πρόσθεσε.

Ανέφερε ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία που αφορά πρόταση νόμου που κατέθεσαν ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ και ΔΗΠΑ και στοχεύει στην τροποποίηση του νόμου περί Ελευθεροποίησης του επιτοκίου, «απαγορεύει στις Τράπεζες να επιβάλλουν επιπλέον τόκους σε περίπτωση κατά την οποία το οφειλόμενο ποσό πιστωτικής διευκόλυνσης, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, ανέρχεται στο διπλάσιο του αρχικού χρέους». 

Πρόσθεσε ότι «ο κύριος λόγος αναφοράς είναι η πρόνοια περί αναδρομικότητας αλλά η εκπρόσωπος του Υπουργείου είχε συμφωνήσει νοουμένου ότι θα εφαρμοζόταν στα νέα δάνεια».