Σε τροχιά αυστηρότερης δημοσιονομικής διαχείρισης εισέρχεται το κράτος ενόψει της κατάρτισης του Προϋπολογισμού του 2027 και του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Πλαισίου 2027-2029, με το Υπουργείο Οικονομικών να θέτει σαφείς περιορισμούς τόσο στις προσλήψεις όσο και στις δαπάνες προσωπικού, επιχειρώντας να διατηρήσει υπό έλεγχο τη μεγαλύτερη κατηγορία δαπανών του δημοσίου, το κρατικό μισθολόγιο.
Οι κατευθυντήριες γραμμές που περιλαμβάνονται στην εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, Ανδρέα Ζαχαριάδη, σηματοδοτούν μια νέα προσέγγιση στη στελέχωση του δημόσιου τομέα, με έμφαση στην κάλυψη των πάγιων αναγκών μέσω μόνιμων θέσεων και όχι μέσω εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου. Η πολιτική αυτή αποσκοπεί στον περιορισμό της εξάρτησης από έκτακτες μορφές απασχόλησης και στη δημιουργία πιο προβλέψιμου μισθολογικού κόστους για το κράτος.
Την ίδια ώρα, το Υπουργείο Οικονομικών ζητεί από τις υπηρεσίες να επανεξετάσουν υφιστάμενες δομές και θέσεις εργασίας, να αξιοποιήσουν εργαλεία κινητικότητας προσωπικού και να περιορίσουν τη δημιουργία νέων μόνιμων θέσεων ή αναβαθμίσεων κλιμάκων μόνο στις περιπτώσεις που αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο. Για τους ημικρατικούς οργανισμούς, μάλιστα, η πρόσληψη εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου για το 2027 τίθεται εκτός σχεδιασμού, στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας συγκράτησης των δαπανών.
Παρά τις αυστηρές κατευθύνσεις στο σκέλος της απασχόλησης, οι μισθολογικές απολαβές στο δημόσιο συνεχίζουν να ακολουθούν ανοδική πορεία. Η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) θα καταβάλλεται στο 90% της αύξησης του υποκείμενου δείκτη μέχρι τον Ιούνιο του 2027, ενώ από την 1η Ιουλίου 2027 επανέρχεται στο 100%, με ανώτατο όριο αύξησης 4%. Παράλληλα, για την τριετία 2027-2029 διατηρείται η γενική αύξηση 1,5% ετησίως, καθώς και οι ετήσιες προσαυξήσεις.
Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς του Υπουργείου, η συγκράτηση της μισθολογικής δαπάνης θα προέλθει κυρίως από τον αυστηρότερο έλεγχο των νέων προσλήψεων και των κενών θέσεων. Για το 2027 προβλέπεται χρηματοδότηση μόλις τριών μηνών για θέσεις πρώτου διορισμού και έξι μηνών για θέσεις προαγωγής, ενώ για τα επόμενα χρόνια η πρόνοια επανέρχεται σε ετήσια βάση. Παράλληλα, ζητείται να μην περιλαμβάνονται πιστώσεις για κενές θέσεις ωρομίσθιου προσωπικού, εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων που θα εγκρίνονται από το Υπουργείο Οικονομικών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στις υπερωρίες, οι οποίες θεωρούνται διαχρονικά μία από τις βασικές πηγές αύξησης του μισθολογικού κόστους. Οι υπηρεσίες καλούνται να διατηρήσουν τις σχετικές δαπάνες στα επίπεδα του 2026, προχωρώντας σε ανακατανομή προσωπικού, αναδιοργάνωση διαδικασιών και ενίσχυση της ψηφιοποίησης, ώστε η λειτουργία τους να μην εξαρτάται από τη συνεχή υπερωριακή απασχόληση.
Οι παρεμβάσεις αυτές εντάσσονται στη γενικότερη προσπάθεια συμμόρφωσης της Κύπρου με το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο δημοσιονομικής διακυβέρνησης και τους περιορισμούς στις πρωτογενείς δαπάνες. Με το ανώτατο όριο κρατικών δαπανών για το 2027 να έχει καθοριστεί στα €11,03 δισ., η αποτελεσματική διαχείριση του κρατικού μισθολογίου αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας κατά την επόμενη τριετία.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η κυβέρνηση επιλέγει μια ισορροπημένη προσέγγιση καθώς διατηρεί τις συμφωνημένες μισθολογικές αυξήσεις και τα εργασιακά κεκτημένα, αλλά ταυτόχρονα επιχειρεί να ανακόψει τη διόγκωση του δημόσιου τομέα μέσω αυστηρότερου ελέγχου των προσλήψεων, των υπερωριών και της οργανωτικής δομής των υπηρεσιών.