Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας, προκειμένου να αξιολογήσει τις εξελίξεις στον πληθωρισμό και στις αγορές ενέργειας, πριν προχωρήσει – πιθανότατα – σε μία τελευταία αύξηση τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Bloomberg μεταξύ οικονομολόγων.
Όλοι οι συμμετέχοντες στην έρευνα εκτιμούν ότι στη συνεδρίαση της 23ης Ιουλίου δεν θα υπάρξει μεταβολή στο κόστος δανεισμού. Η πλειονότητα, ωστόσο, προβλέπει αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, με το επιτόκιο καταθέσεων να διαμορφώνεται στο 2,5%, όταν η ΕΚΤ θα διαθέτει και τις νέες τριμηνιαίες μακροοικονομικές προβλέψεις των υπηρεσιών της.
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι θεωρούν ότι αυτό θα αποτελέσει και το τέλος του τρέχοντος κύκλου νομισματικής σύσφιγξης, ο οποίος επιταχύνθηκε μετά την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν, οδηγώντας την ευρωζώνη στη μεγαλύτερη πληθωριστική έξαρση από το 2023.
Το Ιράν παραμένει ο μεγάλος άγνωστος
Παρά τις επικρατούσες εκτιμήσεις, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η αβεβαιότητα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αλλάζουν διαρκώς, με την εύθραυστη εκεχειρία να έχει ήδη δώσει τη θέση της σε νέα κλιμάκωση των συγκρούσεων.
«Το βασικό ερώτημα είναι αν η αναζωπύρωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν θα αποδειχθεί προσωρινή», δήλωσε ο Ντένις Σεν, καθηγητής στο International School of Management του TU Berlin.
Όπως εξήγησε, εάν οι γεωπολιτικές εντάσεις αποκλιμακωθούν σύντομα, η ΕΚΤ θα μπορεί να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια. Αν όμως υπάρξουν νέες διαταραχές στις αγορές ενέργειας, τότε οι δευτερογενείς πληθωριστικές επιδράσεις ενδέχεται να επανεμφανιστούν, αυξάνοντας τις πιέσεις στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό.
Πιθανή η πιο «σκληρή» στάση μεταξύ των κεντρικών τραπεζών της G7
Εάν τελικά η αύξηση πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο, η ΕΚΤ ενδέχεται να εδραιώσει τη θέση της ως η πλέον «hawkish» κεντρική τράπεζα της G7.
Ήδη τον Ιούνιο έγινε η πρώτη μεγάλη κεντρική τράπεζα των ανεπτυγμένων οικονομιών που αύξησε τα επιτόκια μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Οι αποφάσεις και κυρίως τα μηνύματα της συνεδρίασης της επόμενης εβδομάδας αναμένεται να διαμορφώσουν και τις προσδοκίες των αγορών πριν από τη θερινή περίοδο, όταν η δραστηριότητα παραδοσιακά υποχωρεί.
Ο οικονομολόγος της Dekabank, Κρίστιαν Τέντμαν, εκτιμά ότι το βάρος θα πέσει κυρίως στην επικοινωνία της ΕΚΤ.
«Το σοκ στην πλευρά της προσφοράς περνά σταδιακά στην οικονομία. Η ΕΚΤ θα εξηγήσει ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, θεωρεί πως βρίσκεται σε κατάλληλη θέση και είναι έτοιμη να παρέμβει εάν χρειαστεί», ανέφερε.
Οι μισθοί δεν τροφοδοτούν ακόμη νέο κύμα πληθωρισμού
Αρκετοί αξιωματούχοι της ΕΚΤ θεωρούν ότι προς το παρόν δεν υπάρχουν ενδείξεις πως οι μισθολογικές αυξήσεις δημιουργούν έναν νέο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων.
Την άποψη αυτή διατύπωσαν τις τελευταίες ημέρες τόσο ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αυστρίας, Μάρτιν Κόχερ, όσο και το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, Πιέρο Τσιπολόνε.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη επιβραδύνθηκε περισσότερο από το αναμενόμενο τον Ιούνιο, ενώ υποχώρησε και ο δείκτης τιμών στις υπηρεσίες, ο οποίος παρακολουθείται στενά από τη Φρανκφούρτη.
Ωστόσο, ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιοάχιμ Νάγκελ, επέμεινε ότι η ΕΚΤ θα διατηρήσει στάση αυξημένης επαγρύπνησης. Όπως ανέφερε, τα σημερινά επιτόκια βρίσκονται σε «κατάλληλο επίπεδο», αλλά το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να αξιολογεί όλα τα διαθέσιμα στοιχεία πριν από κάθε νέα απόφαση.
Το πετρέλαιο θα κρίνει τις επόμενες κινήσεις
Για τους οικονομολόγους, ο σημαντικότερος παράγοντας που θα καθορίσει τις αποφάσεις του φθινοπώρου παραμένει η πορεία του πολέμου με το Ιράν και οι επιπτώσεις του στις διεθνείς ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Οι αναλυτές τoy Bloomberg Economics εκτιμούν ότι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού τον Ιούνιο αφαίρεσε την ανάγκη για άμεση δράση, όμως οι υψηλές τιμές των εμπορευμάτων εξακολουθούν να στηρίζουν το βασικό σενάριο για μία ακόμη αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο, όταν η ΕΚΤ θα έχει στη διάθεσή της νέα οικονομικά στοιχεία και επικαιροποιημένες προβλέψεις.
Δεν θεωρείται δεδομένη η αύξηση
Παρά τα παραπάνω, δεν συμμερίζονται όλοι οι οικονομολόγοι το ίδιο σενάριο.
Ο οικονομολόγος της HSBC, Κρις Χέαρ, υποστήριξε ότι η αύξηση του Σεπτεμβρίου «δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη».
Όπως εξήγησε, εάν οι προσπάθειες για αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή αποδώσουν και η ενεργειακή τροφοδοσία εξομαλυνθεί, η ΕΚΤ θα μπορούσε τελικά να αποφύγει νέα αύξηση των επιτοκίων.
Παράλληλα, το 41% των οικονομολόγων που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα αφήσει ήδη από την επόμενη εβδομάδα διακριτικές ενδείξεις για την κατεύθυνση της πολιτικής της τους επόμενους μήνες, παρά το γεγονός ότι η πρόεδρος Κριστίν Λαγκάρντ έχει επανειλημμένα δηλώσει πως αποφεύγει τη λεγόμενη «προκαθοδηγούμενη καθοδήγηση» (forward guidance).
Οι συμμετέχοντες στην έρευνα βλέπουν μεγαλύτερους καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό της ευρωζώνης μέσα στο 2026, ενώ εκτιμούν ότι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν σε γενικές γραμμές ισορροπημένες.
Μόλις το 9% θεωρεί ότι υπάρχουν σαφείς ενδείξεις αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών, ενώ η πλειονότητα δεν ανησυχεί ιδιαίτερα για την εμφάνιση ισχυρών δευτερογενών επιδράσεων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι οικονομολόγοι τοποθετούν την πρώτη μείωση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο του 2027, αν και τέσσερις από τους συμμετέχοντες στη δημοσκόπηση —μεταξύ αυτών και οι αναλυτές της Bloomberg Economics— εκτιμούν ότι η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής θα μπορούσε να ξεκινήσει ήδη από τον Μάρτιο του 2027.
Πηγή: newmoney.gr