Νέα διεθνής μελέτη, με τη συμμετοχή ερευνητών του Ινστιτούτου Κύπρου, του Max Planck Institute for Chemistry και ιατρών από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Mainz στη Γερμανία, αναδεικνύει τις σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία που συνδέονται με τη μακροχρόνια έκθεση στα υπέρλεπτα σωματίδια (ultrafine particles - UFPs), έναν ατμοσφαιρικό ρύπο που μέχρι σήμερα παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός της συστηματικής παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα.
Στο πλαίσιο της μελέτης οι ερευνητές δημιούργησαν τον πρώτο παγκόσμιο χάρτη υψηλής ανάλυσης της έκθεσης στον συγκεκριμένο ρύπο, με τα ευρήματα να αποκαλύπτουν ότι η μακροχρόνια έκθεση στα υπέρλεπτα σωματίδια συνδέεται με περίπου δύο εκατομμύρια πρόωρους θανάτους παγκοσμίως κάθε χρόνο.
Ένας ρύπος που περνά σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητος
Τα υπέρλεπτα σωματίδια είναι εξαιρετικά μικρά, με διάμετρο μικρότερη από 100 νανόμετρα, και προέρχονται κυρίως από διεργασίες καύσης, όπως αυτές που σχετίζονται με την οδική κυκλοφορία, τη βιομηχανία και την παραγωγή ενέργειας.
Λόγω του εξαιρετικά μικρού μεγέθους τους, μπορούν να εισχωρήσουν βαθιά στους πνεύμονες και να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος. Η μακροχρόνια έκθεση σε αυτά έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων και άλλων σοβαρών επιπτώσεων στην υγεία.
Παρότι αποτελούν σημαντικό ατμοσφαιρικό ρύπο, τα υπέρλεπτα σωματίδια δεν καλύπτονται από θεσμοθετημένα όρια στο ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο για την ποιότητα του αέρα. Παράλληλα, μέχρι σήμερα, οι περισσότερες επιστημονικές μελέτες και η παρακολούθηση της ποιότητας του αέρα επικεντρώνονταν κυρίως στα λεπτά σωματίδια PM₂.₅ και PM₁₀, με αποτέλεσμα τα δεδομένα για τα υπέρλεπτα σωματίδια να είναι περιορισμένα.
Πρώτη παγκόσμια εκτίμηση της έκθεσης και των επιπτώσεων στην υγεία
Η νέα μελέτη παρέχει μια παγκόσμια εικόνα της μακροχρόνιας έκθεσης του πληθυσμού στα υπέρλεπτα σωματίδια, χαρτογραφώντας την έκθεση σε παγκόσμια κλίμακα με ανάλυση ενός χιλιομέτρου. Με τον τρόπο αυτό, οι ερευνητές μπόρεσαν να εκτιμήσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις πιθανές επιπτώσεις τους στη δημόσια υγεία.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης, ο αριθμός των περίπου δύο εκατομμυρίων πρόωρων θανάτων που συνδέονται με την έκθεση στα υπέρλεπτα σωματίδια αντιστοιχεί περίπου στο 5% των θανάτων από μη μεταδοτικά νοσήματα, ενώ σχεδόν οι μισοί σχετίζονται με καρδιαγγειακά νοσήματα.
Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις εντοπίζονται κυρίως σε περιοχές με αυξημένες εκπομπές από ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η οδική κυκλοφορία, η βιομηχανία και η παραγωγή ενέργειας.
H μελέτη εξετάζει επίσης τον αντίκτυπο πιθανών μέτρων για τη μείωση των επιπτώσεων των υπέρλεπτων σωματιδίων στην υγεία. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η θέσπιση ενός ετήσιου ορίου 5.000 σωματιδίων ανά κυβικό εκατοστό αέρα θα μπορούσε να μειώσει κατά περίπου 45% την παγκόσμια θνησιμότητα που συνδέεται με την έκθεση σε αυτά τα σωματίδια.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα
Με βάση τα ευρήματα αυτά, οι συγγραφείς της μελέτης τονίζουν την ανάγκη για ουσιαστική μείωση των εκπομπών από διεργασίες καύσης στις πόλεις, ιδιαίτερα από την οδική κυκλοφορία, τη βιομηχανία και την παραγωγή ενέργειας, καθώς και για την επιτάχυνση της μετάβασης σε μη ορυκτές πηγές ενέργειας. Παράλληλα, επισημαίνουν τη σημασία της ένταξης των υπέρλεπτων σωματιδίων στη συστηματική παρακολούθηση της ποιότητας του αέρα, ώστε να καταγράφονται καλύτερα οι μακροχρόνιες επιπτώσεις τους στην υγεία.
Όπως εξηγεί ο Δρ Jos Lelieveld, Καθηγητής στο Ινστιτούτου Κύπρου, Ομότιμος Διευθυντής στο Max Planck Institute for Chemistry, και πρώτος συγγραφέας της μελέτης: «Τα υπέρλεπτα σωματίδια παραμένουν ένα σημαντικό κενό στις πολιτικές για την ποιότητα του αέρα. Παρότι υπάρχουν σχεδόν παντού στις πόλεις μας, δεν παρακολουθούνται συστηματικά. Η μελέτη μας παρέχει, για πρώτη φορά, μια παγκόσμια εικόνα της έκθεσης σε αυτά τα σωματίδια, των κυριότερων πηγών τους και των επιπτώσεών τους στην υγεία. Τα νέα αυτά δεδομένα μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση πιο αποτελεσματικών πολιτικών για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα και την προστασία της δημόσιας υγείας».