Economy
€610,9 εκατ. για την επανεκκίνηση της κυπριακής κτηνοτροφίας – Σχέδιο 12ετίας μετά τον αφθώδη πυρετό
€610,9 εκατ. για την επανεκκίνηση της κυπριακής κτηνοτροφίας – Σχέδιο 12ετίας μετά τον αφθώδη πυρετό
Νέο μοντέλο κτηνοτροφικής ανάπτυξης με μεγάλες επενδύσεις, αυστηρότερους κανόνες χωροθέτησης και ψηφιακή παρακολούθηση των μονάδων προτείνει η Ειδική Επιστημονική Επιτροπή υπό τον Σταύρο Μαλά

Ένα φιλόδοξο σχέδιο πλήρους αναδιάρθρωσης της κυπριακής κτηνοτροφίας, με συνολικό προϋπολογισμό που αγγίζει τα €611 εκατ. και ορίζοντα υλοποίησης 12 ετών, βρίσκεται πλέον στο τραπέζι της κυβέρνησης.

Οι εκθέσεις της Ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής υπό τον Σταύρο Μαλά, που παραδόθηκαν χθες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν περιορίζονται στην αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο αφθώδης πυρετός. Προτείνουν ουσιαστικά την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, με στόχο μια πιο σύγχρονη, αποδοτική και ανθεκτική κτηνοτροφία.

Το προτεινόμενο πρόγραμμα καλύπτει την περίοδο 2027–2038 και προβλέπει συνολική επένδυση €610,92 εκατ., ποσό πολλαπλάσιο της δημόσιας στήριξης που δόθηκε στον κλάδο κατά την προηγούμενη δωδεκαετία. Συγκεκριμένα, μεταξύ 2014 και 2025 η συνολική δημόσια στήριξη ανήλθε στα €91,5 εκατ.

Στο επίκεντρο η οικονομική βιωσιμότητα

Το ύψος της προτεινόμενης επένδυσης αποτέλεσε ένα από τα βασικά ζητήματα που τέθηκαν στη χθεσινή σύσκεψη στο Προεδρικό Μέγαρο.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ζητήθηκε από τον Σταύρο Μαλά να προχωρήσει άμεσα Μελέτη Οικονομικού Αντικτύπου, ώστε να καταγραφούν με ακρίβεια οι δημοσιονομικές ανάγκες του σχεδίου και να αξιολογηθεί η δυνατότητα του κράτους να ανταποκριθεί στις απαιτούμενες ετήσιες δαπάνες.

Παράλληλα, δόθηκε κατεύθυνση για διερεύνηση της δυνατότητας αξιοποίησης ευρωπαϊκών και κοινοτικών κονδυλίων, καθώς η χρηματοδότηση των €610,92 εκατ. υπερβαίνει κατά πολύ τη στήριξη που έχει δοθεί μέχρι σήμερα στον κλάδο.

Τέσσερις άξονες, €610,9 εκατ.

Η πρόταση της Επιτροπής οργανώνεται σε τέσσερις βασικές δράσεις.

Πρώτος άξονας είναι η ανασυγκρότηση της αιγοπροβατοτροφίας, με κόστος €372,2 εκατ. Το μεγαλύτερο μέρος αφορά τη δημιουργία νέων μεγάλων μονάδων ή την εξαγορά υφιστάμενων εκμεταλλεύσεων, με €240 εκατ., ενώ €90 εκατ. προβλέπονται για την αναβάθμιση υφιστάμενων μονάδων. Περιλαμβάνονται επίσης δράσεις γενετικής βελτίωσης, ενίσχυση της ντόπιας φυλής Αίγας Μαχαιρά και μέτρα για την αναπλήρωση και παραγωγική αντικατάσταση του ζωικού κεφαλαίου που χάθηκε.

Δεύτερος άξονας είναι η αγελαδοτροφία, με συνολικό κόστος €134 εκατ. Προβλέπονται, μεταξύ άλλων, €30 εκατ. για γενετική βελτίωση, €50 εκατ. για τη δημιουργία 50 νέων συγχρονισμένων μονάδων και ακόμη €50 εκατ. για αναβάθμιση ή εξαγορά υφιστάμενων εκμεταλλεύσεων.

Τρίτος άξονας είναι οι οριζόντιες δράσεις, συνολικού ύψους €41 εκατ., οι οποίες περιλαμβάνουν οργανωμένες μονάδες πάχυνσης μοσχαριών και αμνοεριφίων, έργα βιοασφάλειας, περίφραξη εγκαταστάσεων, αποσυμφόρηση επιβαρυμένων περιοχών και αναβάθμιση της ευημερίας των ζώων.

Τέταρτος άξονας είναι η επιστημονική υποστήριξη, με προϋπολογισμό €63,7 εκατ. Σχεδιάζονται, μεταξύ άλλων, διαπιστευμένα εργαστήρια για γάλα και κρέας, τράπεζα σπέρματος και εμβρύων, ομάδες «έξυπνης κτηνοτροφίας», υποχρεωτικός ηλεκτρονικός φάκελος για κάθε μονάδα και σύστημα παρακολούθησης των δεικτών ευημερίας των ζώων.

Διπλάσια παραγωγή γάλακτος χωρίς ανεξέλεγκτη αύξηση ζώων

Κεντρικός στόχος του σχεδίου είναι η διπλάσια παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της παραγωγής χαλλουμιού ΠΟΠ.

Η προσέγγιση, ωστόσο, δεν προβλέπει απλώς αύξηση του αριθμού των ζώων. Η Επιτροπή προκρίνει την αύξηση της παραγωγικότητας ανά ζώο, μεταξύ άλλων μέσω της εισαγωγής περίπου 10.000 ζώων υψηλής απόδοσης κάθε χρόνο.

Στην αγελαδοτροφία, ο στόχος είναι η παραγωγή τουλάχιστον 10.000 λίτρων γάλακτος ανά αγελάδα ετησίως, ώστε να διατηρηθεί η παραγωγή στα προ της κρίσης επίπεδα με μικρότερο και περισσότερο βιώσιμο ζωικό πληθυσμό.

Νέοι κανόνες στις κτηνοτροφικές περιοχές

Ο αφθώδης πυρετός λειτούργησε ως καταλύτης για την επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο είναι οργανωμένες οι κτηνοτροφικές μονάδες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, το 84% των μονάδων που προσβλήθηκαν από τον αφθώδη πυρετό βρίσκονταν μέσα σε οργανωμένες κτηνοτροφικές περιοχές. Από τις επτά περιοχές όπου καταγράφηκαν κρούσματα, οι πέντε χαρακτηρίζονται ως πυκνοδομημένες.

Οι κοινές προσβάσεις, οι ανεπαρκείς περιφράξεις και τα προβλήματα βιοασφάλειας δημιούργησαν, σύμφωνα με την Επιτροπή, συνθήκες που ευνοούσαν τη διασπορά της νόσου.

Για τον λόγο αυτό προτείνεται αυστηρότερο χωροταξικό και υγειονομικό πλαίσιο, με ελάχιστη απόσταση 300 μέτρων μεταξύ ανεξάρτητων μονάδων, διαχωρισμό των ζωνών ανάλογα με τη δραστηριότητα και απαγόρευση επαναχρησιμοποίησης εκκενωμένων οικοπέδων για στέγαση ζώων όταν βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων από ενεργές μονάδες.

Παράλληλα, προτείνεται να μην επιτρέπεται περαιτέρω συγκέντρωση μονάδων σε ήδη κορεσμένες περιοχές.

GPS σε οχήματα που μεταφέρουν ζώα, γάλα και ζωοτροφές

Σημαντική αλλαγή αφορά και τον έλεγχο των μετακινήσεων.

Η Επιτροπή εισηγείται υποχρεωτικό ενιαίο ηλεκτρονικό σύστημα παρακολούθησης GPS/Tracker για όλα τα οχήματα και βυτιοφόρα που μεταφέρουν ζώα, ζωοτροφές, γάλα ή απόβλητα.

Στόχος είναι να υπάρχει πλήρης εικόνα των μετακινήσεων και δυνατότητα άμεσης ιχνηλάτησης σε περίπτωση εμφάνισης νέου κρούσματος ζωονόσου.

490 πιθανές θέσεις για νέες μονάδες

Για την πρακτική εφαρμογή του νέου σχεδιασμού έχουν ήδη καταγραφεί σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης.

Συγκεκριμένα, έχουν εντοπιστεί 130 δυνητικές θέσεις για μεγάλες κτηνοτροφικές μονάδες μέσα σε υφιστάμενες κτηνοτροφικές ζώνες, ενώ ακόμη 360 πιθανές θέσεις έχουν εντοπιστεί σε κρατική γη εντός γεωργικών περιοχών.

Ιδιαίτερη παρέμβαση προβλέπεται για τις επαρχίες Πάφου και Λεμεσού, όπου η διαθέσιμη κρατική γη και οι υφιστάμενες κτηνοτροφικές ζώνες θεωρούνται ανεπαρκείς. Η Επιτροπή εισηγείται στοχευμένες απαλλοτριώσεις ιδιωτικών τεμαχίων εντός κατάλληλων ζωνών, με σκοπό τη δημιουργία μεγάλων μονάδων.

Το σχέδιο προβλέπει, τέλος, τη δημιουργία μόνιμης Επιστημονικής και Ερευνητικής Κοινοπραξίας, στην οποία θα συμμετέχουν το Ινστιτούτο Κύπρου, το Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών, το ΤΕΠΑΚ και η Κτηνιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Το μεγάλο στοίχημα πλέον είναι η μετάβαση από τη μελέτη στην εφαρμογή: η κυβέρνηση καλείται να σταθμίσει το δημοσιονομικό κόστος, να εξασφαλίσει πρόσθετη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και να διαμορφώσει το νέο θεσμικό πλαίσιο, ώστε η κρίση του αφθώδους πυρετού να αποτελέσει αφετηρία για μια διαφορετική και πιο ανθεκτική κυπριακή κτηνοτροφία.