Η πρωτεΐνη έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια σχεδόν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διατροφή, κυρίως λόγω της σημασίας της για τη μυϊκή μάζα και τη φυσική κατάσταση. Νέα ερευνητικά δεδομένα, όμως, υποδεικνύουν ότι, για ορισμένους ανθρώπους, η υπερβολική πρόσληψή της ίσως να μην είναι απαραίτητα ωφέλιμη και ότι ο περιορισμός της ενδέχεται να συνδέεται με καλύτερη μεταβολική υγεία και υγιέστερη γήρανση.
Σύμφωνα με τη νέα ανασκόπηση σε στοιχεία περισσότερων από 350 εργαστηριακών και ζωικών μελετών, που δημοσιεύεται στο Cell Press Blue, ο περιορισμός της πρωτεΐνης –και ιδιαίτερα ορισμένων αμινοξέων– ενδέχεται να βελτιώνει τον μεταβολισμό, να περιορίζει τη φλεγμονή και τις κυτταρικές βλάβες. Το συμπέρασμα, ωστόσο, δεν είναι ότι όλοι πρέπει να μειώσουν την πρωτεΐνη. Η ηλικία, το επίπεδο φυσικής δραστηριότητας και η συνολική κατάσταση της υγείας φαίνεται να καθορίζουν, σε μεγάλο βαθμό, ποιος ωφελείται και ποιος όχι.
Λιγότερη πρωτεΐνη, περισσότερα χρόνια ζωής;
Στις μελέτες, ένας μέτριος περιορισμός της πρωτεΐνης, αλλά και συγκεκριμένων αμινοξέων, όπως η μεθειονίνη, η ισολευκίνη και η βαλίνη, συνδέθηκε με μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής. Σε μία εκ των μελετών, συγκεκριμένα, ο περιορισμός της βαλίνης αύξησε τη διάρκεια ζωής αρσενικών ποντικών μέσης ηλικίας κατά περίπου 23%.
Στους ανθρώπους, τα στοιχεία είναι ακόμη περιορισμένα. Βραχυχρόνιες κλινικές μελέτες έχουν συνδέσει τον περιορισμό της πρωτεΐνης με καλύτερο έλεγχο του σακχάρου και μείωση της λιπώδους μάζας, χωρίς όμως να υπάρχει έως τώρα άμεση απόδειξη ότι η ίδια στρατηγική συνδέεται με αύξηση του προσδοκίμου ζωής. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει μία ιδανική ποσότητα πρωτεΐνης για όλους.
Γιατί ο περιορισμός ορισμένων αμινοξέων έχει σημασία
Οι πρωτεΐνες αποτελούνται από αμινοξέα, ορισμένα εκ των οποίων φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο σε βιολογικές διεργασίες που σχετίζονται με την ανάπτυξη και τη γήρανση. Η αυξημένη πρόσληψη μεθειονίνης, ισολευκίνης και βαλίνης ενεργοποιεί, σύμφωνα με τους ερευνητές, μηχανισμούς ανάπτυξης. Όταν τα συγκεκριμένα μονοπάτια παραμένουν υπερβολικά ενεργά για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενδέχεται να ευνοούν τη φλεγμονή, την παχυσαρκία και άλλες μεταβολικές διαταραχές που σχετίζονται με την ηλικία.
Αντίθετα, ο περιορισμός της πρωτεΐνης φαίνεται να ενεργοποιεί μηχανισμούς που ευνοούν τη «συντήρηση» των κυττάρων, αντί για τη συνεχή ανάπτυξή τους.
Από τον μεταβολισμό στην αυτοφαγία
Ένας από τους μηχανισμούς που εξετάζονται αφορά στην ορμόνη FGF21. Σε ζωικά μοντέλα, η μείωση της πρωτεΐνης αύξησε τα επίπεδά της, γεγονός που συνδέθηκε με καλύτερο μεταβολισμό και χαμηλότερη φλεγμονή. Σε ποντίκια, τα υψηλότερα επίπεδα FGF21 συσχετίστηκαν επίσης με μεγαλύτερη διάρκεια ζωής – περίπου 40% περισσότερο στα θηλυκά και 30% στα αρσενικά.
Παράλληλα, ο περιορισμός της πρωτεΐνης φαίνεται να επηρεάζει μονοπάτια όπως τα mTORC2 και GCN2, ενισχύοντας την αυτοφαγία, δηλαδή τη φυσική διαδικασία με την οποία ο οργανισμός απομακρύνει κατεστραμμένα κυτταρικά συστατικά και τα αντικαθιστά με λειτουργικότερα.
Οι ερευνητές εντόπισαν, επίσης, πιθανές θετικές επιδράσεις στη λειτουργία των μιτοχονδρίων, με λιγότερο οξειδωτικό στρες και αποτελεσματικότερη παραγωγή ενέργειας.
Δεν είναι κατάλληλη στρατηγική για όλους
Παρά το ενδιαφέρον γύρω από τον περιορισμό της πρωτεΐνης, υπάρχουν ομάδες για τις οποίες η επαρκής -ή ακόμη και αυξημένη- πρόσληψή της είναι απαραίτητη. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ενήλικες, για παράδειγμα, χρειάζονται συχνά περισσότερη πρωτεΐνη, ώστε να περιορίσουν την απώλεια μυϊκής μάζας. Σε γενικές γραμμές, οι ανάγκες τους μπορεί να κυμαίνονται γύρω στο 1-1,2 γραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους ημερησίως, ενώ σε περιπτώσεις σαρκοπενίας ή ορισμένων χρόνιων νοσημάτων, οι απαιτήσεις μπορεί να είναι υψηλότερες.
Αυξημένες ανάγκες έχουν επίσης παιδιά, έφηβοι, έγκυες, αθλητές και όσοι αναρρώνουν από νόσο ή τραυματισμό.
Η πρωτεΐνη δεν είναι «κακή» – η ποσότητα είναι το ζητούμενο
Συμπερασματικά, το νέο ερευνητικό πεδίο δεν αναιρεί τη σημασία της πρωτεΐνης. Είναι απαραίτητη για τη διατήρηση των μυών, την αποκατάσταση των ιστών και πολλές ακόμη λειτουργίες του οργανισμού. Το ενδιαφέρον στρέφεται περισσότερο στο αν ορισμένοι άνθρωποι καταναλώνουν περισσότερη πρωτεΐνη απ’ όση πραγματικά χρειάζονται.
«Η πρωτεΐνη είναι σαφώς ωφέλιμη για τη μυϊκή ανάπτυξη και την απόκριση στην άσκηση. Όμως, για έναν μεγάλο αριθμό σχετικά αδρανών ανθρώπων, η πολύ υψηλή πρόσληψη μπορεί να μην προσφέρει πρόσθετο όφελος και, ενδεχομένως, να έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις», λέει χαρακτηριστικά ο δρ. Dudley Lamming, ένας εκ των συντακτών της μελέτης.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η σχέση πρωτεΐνης και μακροζωίας δεν είναι απλή. Η ηλικία, η μυϊκή μάζα, η άσκηση και η συνολική υγεία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στη διατροφή. Μέχρι να υπάρξουν ισχυρότερα ερευνητικά δεδομένα, η πιο ασφαλής προσέγγιση παραμένει ένα εξατομικευμένο σχέδιο πρόσληψης πρωτεΐνης.
Πηγή: ygeiamou.gr