Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση θα φέρει αυξήσεις για περίπου 123.000 συνταξιούχους, είπε ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μαρίνος Μουσιούττας, μιλώντας την Τετάρτη σε εκδήλωση της Οργάνωσης Πολιτών «55 Συν Πλην Μαζί – Κύπρος», που είχε ως θέμα τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση.
«Περισσότεροι από 50.000 από αυτούς θα λαμβάνουν πάνω από 100 ευρώ αύξηση τον μήνα σε βάθος πενταετίας, ενώ περισσότεροι από 8.000 θα δουν αυξήσεις στις συντάξεις τους που θα υπερβαίνουν τα 200 ευρώ. Ανάλογα με την περίπτωση, οι αυξήσεις κυμαίνονται από πέντε μέχρι και πενήντα πέντε τοις εκατό», πρόσθεσε.
Σημείωσε ότι στις 3 Σεπτεμβρίου, το προσχέδιο του νομοσχεδίου για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα «η-Διαβούλευση».
«Το κείμενο είναι ανοικτό σε κάθε πολίτη και όχι μόνο στους θεσμικούς φορείς και η προθεσμία για την υποβολή απόψεων, σχολίων και παρατηρήσεων λήγει σήμερα, 16 Σεπτεμβρίου. Παράλληλα, ο κοινωνικός διάλογος βρίσκεται στην πιο εντατική του φάση. Το προσχέδιο παραδόθηκε στους κοινωνικούς εταίρους στα μέσα Αυγούστου και από τότε συνεδριάζουμε δύο φορές την εβδομάδα, με θεματικές συναντήσεις, ώστε να μη μιλάμε αόριστα για το σύνολο, αλλά συγκεκριμένα για κάθε κεφάλαιο ξεχωριστά. Ο διάλογος είναι απαιτητικός και, ναι, υπάρχουν διαφωνίες. Αυτό δεν με ανησυχεί. Θα με ανησυχούσε το αντίθετο», συμπλήρωσε.
Το χρονοδιάγραμμα, συνέχισε ο Υπουργός, παραμένει σαφές.
«Το νομοσχέδιο κατατίθεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων μέσα στον Σεπτέμβριο, ώστε να αρχίσει η επεξεργασία του από τη νομοθετική εξουσία. Και ο στόχος της Κυβέρνησης Νίκου Χριστοδουλίδη παραμένει αμετάθετος. Το νέο σύστημα να ισχύσει από την 1η Ιανουαρίου 2027, ώστε οι συνταξιούχοι να δουν τις αυξήσεις στον λογαριασμό τους τέλος Ιανουαρίου», επεσήμανε.
Είπε, παράλληλα, ότι η μεταρρύθμιση, που έχει σχεδιαστεί με τη στήριξη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, υπηρετεί τρεις στόχους: Να διασφαλίσει επαρκές εισόδημα για όσους δούλεψαν μια ζωή, να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη ανάμεσα στις γενιές, αλλά και μέσα στην ίδια γενιά και να κρατήσει το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων όρθιο για τις δεκαετίες που έρχονται.
Σε ό,τι αφορά το τι αλλάζει στην πράξη, ο Υπουργός είπε ότι στον πυρήνα βρίσκεται η αναθεωρημένη βασική σύνταξη.
«Το ύψος της δεν θα εξαρτάται πια από περίπλοκους υπολογισμούς που ελάχιστοι καταλαβαίνουν, αλλά από κάτι απλό και κατανοητό. Από τον συνολικό χρόνο που είσαι εγγεγραμμένος και ασφαλισμένος. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη τομή. Στον χρόνο αυτό δεν μετρούν μόνο οι εισφορές που πλήρωσες ο ίδιος, αλλά και εισφορές που επιδοτεί το κράτος για περιόδους της ζωής σου που μέχρι σήμερα το σύστημα τις έβλεπε σαν κενά», πρόσθεσε.
Σημείωσε, παράλληλα, ότι το όριο συνταξιοδότησης παραμένει στα 65.
Όπως είπε, δεν αυξάνεται.
«Όποιος όμως επιθυμεί, και μόνο όποιος επιθυμεί, θα μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται και να εισφέρει μέχρι τα 67, με ανάλογα μεγαλύτερη σύνταξη στο τέλος. Δίνουμε επιλογή και δεν επιβάλλουμε κάποια υποχρέωση. Επιπρόσθετα, θέλω να επαναλάβω ότι δεν αυξάνεται ούτε το ποσοστό εισφοράς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο συντελεστής υπολογισμού της βασικής σύνταξης κλιμακώνεται από 1,1 στα 63, στα 1,3 στα 65 και έως ένα 1,5 στα 67, ώστε κάθε επιπλέον χρόνος εργασίας να μετράει πραγματικά», συμπλήρωσε.
Αναφερόμενος στην αναλογιστική μείωση του 12% για όσους αποχωρούν στο 63ο έτος, ο Υπουργός είπε ότι επί χρόνια αυτή η μείωση «αποτελεί πηγή πικρίας για χιλιάδες συμπολίτες μας».
«Η πλήρης κατάργησή της θα έπληττε τη βιωσιμότητα του Ταμείου. Προωθούμε, επομένως, ουσιαστική ελάφρυνσή της, η οποία θα φέρει τη μείωση σε επίπεδα κοντά στο επτάμισι τοις εκατό. Και δύο πράγματα έχουν εδώ ξεχωριστή σημασία. Πρώτον, η ελάφρυνση θα ισχύει εφ’ όρου ζωής και όχι για μια μεταβατική περίοδο. Δεύτερον, θα αφορά τόσο τους σημερινούς συνταξιούχους όσο και όσους συνταξιοδοτηθούν μέχρι το τέλος της μεταβατικής πενταετίας», πρόσθεσε.
Είπε, ακόμη, ότι θεσπίζεται ελάχιστη εγγυημένη αύξηση 30 ευρώ τον μήνα για κάθε υφιστάμενο συνταξιούχο του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων με σύνταξη μέχρι 600 ευρώ και θα καταβάλλεται από τον πρώτο κιόλας μήνα εφαρμογής.
«Ξέρω ότι σε ορισμένους τα 30 ευρώ θα ακουστούν λίγα. Για ένα νοικοκυριό όμως που μετρά κάθε ευρώ πριν πάει στο φαρμακείο δεν είναι λίγα. Είναι 390 ευρώ τον χρόνο. Κάθε χρόνο. Και είναι το κατώφλι, όχι η οροφή, αφού για τις χαμηλότερες συντάξεις η συνολική ενίσχυση από τη μεταρρύθμιση είναι πολύ μεγαλύτερη. Οι αυξήσεις θα κλιμακωθούν μέσα σε μια μεταβατική πενταετία, από το 2027 μέχρι το 2031, με το μεγαλύτερο μέρος τους να καταβάλλεται μπροστά, στα πρώτα χρόνια, και με ευνοϊκότερο συντελεστή υπολογισμού για όσους συνταξιοδοτηθούν μέσα σε αυτή την περίοδο», σημείωσε.
Με βάση τον σημερινό σχεδιασμό, είπε ο Υπουργός, το τριάντα τοις εκατό της συνολικής αύξησης καταβάλλεται τον πρώτο χρόνο και άλλο τόσο τον δεύτερο.
«Δηλαδή το εξήντα τοις εκατό της αύξησης βρίσκεται στην τσέπη του συνταξιούχου μέσα στην πρώτη διετία. Ενδεικτικά, συνταξιούχος με πλήρη εργασιακή ζωή που σήμερα λαμβάνει 504 ευρώ μπορεί να δει συνολική αύξηση περίπου 250 ευρώ στο τέλος της πενταετίας. Αλλάζουν επίσης και άλλα πράγματα. Οι δικαιούχοι της Κοινωνικής Σύνταξης εντάσσονται στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως ειδική κατηγορία, με τα δικαιώματά τους διασφαλισμένα, ενώ η μεταβατική περίοδος προστασίας για μελλοντικούς δικαιούχους επεκτείνεται σημαντικά. Για όσους δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να εισφέρουν, τις εισφορές αναλαμβάνει το κράτος, με βάση εισοδηματικά κριτήρια. Αναμορφώνονται οι συντάξεις ανικανότητας και χηρείας, καθώς και το επίδομα ορφάνιας, μαζί με τις προσαυξήσεις για κάθε εξαρτώμενο παιδί», συμπλήρωσε.
Ο Υπουργός ανέφερε, επίσης, ότι η μεταρρύθμιση διευρύνει τη χρηματοδοτική βάση του συστήματος, με νέα υποχρέωση εισφοράς για εισοδήματα που μέχρι σήμερα δεν συνεισέφεραν στην κοινωνική ασφάλιση, όπως μερίσματα, τόκοι και ενοίκια, μέχρι ένα καθορισμένο ανώτατο όριο, το οποίο αντιστοιχεί στο ετήσιο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
«Είναι ζήτημα στοιχειώδους δικαιοσύνης, αφού δεν είναι δυνατόν το βάρος να το σηκώνει μόνο ο μισθός. Και ερχόμαστε στο αποθεματικό του Ταμείου. Μιλάμε για ένα ποσό της τάξης των 12 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο το κράτος έχει διαχρονικά δανειστεί από τις εισφορές των εργαζομένων. Αυτά τα χρήματα δεν ανήκουν στην κυβέρνηση. Ανήκουν σε όσους δούλεψαν και εισέφεραν. Ο δανεισμός τερματίζεται, τα ετήσια πλεονάσματα θα κατατίθενται πλέον σε επενδυτικό λογαριασμό του ίδιου του Ταμείου και έχουν συμφωνηθεί ρυθμίσεις σταδιακής αποπληρωμής του υφιστάμενου χρέους, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της οικονομίας», πρόσθεσε.
Η αποπληρωμή, είπε ο Υπουργός, τοποθετείται σε ορίζοντα 40 ετών, ενώ οι αναλογιστικές μελέτες δείχνουν ότι το Ταμείο θα παρουσιάζει πλεονάσματα για τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες.
«Θεσπίζεται νέο πλαίσιο διακυβέρνησης και εποπτείας των επενδύσεων, εναρμονισμένο με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Το Ταμείο παύει να είναι ένας παθητικός δανειστής και γίνεται ένας συνετός διαχειριστής της περιουσίας των ασφαλισμένων. Όσο για τον δεύτερο πυλώνα, τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά σχέδια, ο σχετικός διάλογος συνεχίζεται μέσα στον Σεπτέμβριο. Η ωρίμανσή του χρειάζεται χρόνο και τα οφέλη του θα τα δουν κυρίως οι επόμενες γενιές. Δεν δεχθήκαμε όμως να παγώσουμε ό,τι μπορεί να γίνει σήμερα, περιμένοντας εκείνο που θέλει χρόνια. Οι σημερινοί συνταξιούχοι δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν», σημείωσε.
Ο Υπουργός Εργασίας είπε, παράλληλα, ότι η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση δεν στέκεται μόνη της.
«Έρχεται να προστεθεί στη φορολογική μεταρρύθμιση που εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου του 2026, και η οποία, με ψηλότερο αφορολόγητο και με εκπτώσεις που αναγνωρίζουν τα πραγματικά βάρη ενός νοικοκυριού, αφήνει περισσότερα χρήματα εκεί που πραγματικά χρειάζονται. Δύο μεταρρυθμίσεις, μία λογική. Ότι η ανάπτυξη έχει νόημα μόνο όταν φτάνει στο τραπέζι της κάθε οικογένειας», κατέληξε.
Πηγή: ΚΥΠΕ