Σε υψηλότερη κατηγορία πιστοληπτικής αξιολόγησης εισέρχεται η Κύπρος, με τη δημοσιονομική της εικόνα και τη συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους να αποτελούν τους βασικούς παράγοντες πίσω από την αναβάθμιση από τον S&P Global Ratings. Την ίδια ώρα, ωστόσο, ο οίκος καταγράφει μια σειρά από διαρθρωτικές αδυναμίες και κινδύνους που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την κυπριακή οικονομία.
Στις 18 Σεπτεμβρίου, ο S&P αναβάθμισε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Κύπρου στην κατηγορία «Α», για πρώτη φορά εδώ και 16 χρόνια. Η απόφαση συνδέεται με την ισχυρή δημοσιονομική επίδοση, την οικονομική ανάπτυξη, την αύξηση των φορολογικών εσόδων και τον έλεγχο των κρατικών δαπανών.
Παράλληλα, ο οίκος εκτιμά ότι η αναπτυξιακή πορεία της κυπριακής οικονομίας αναμένεται να συνεχιστεί, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει σημαντική επιδείνωση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή.
Στην ίδια έκθεση, όμως, ο S&P επισημαίνει ότι πίσω από τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες παραμένουν σημαντικές προκλήσεις, από τη σχέση μεταξύ ΑΕΠ και πραγματικού εισοδήματος των κατοίκων μέχρι την ενεργειακή εξάρτηση, τις καθυστερήσεις σε κρίσιμα έργα, το υψηλό κρατικό μισθολογικό κόστος και το ιδιωτικό χρέος.
Το ΑΕΠ αυξάνεται, αλλά το εισόδημα των κατοίκων υπολείπεται
Μία από τις βασικές επισημάνσεις του οίκου αφορά τη διαφορά μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της ευημερίας που απολαμβάνουν οι κάτοικοι της χώρας.
Ο S&P σημειώνει ότι, παρά τη συνεχή άνοδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, άλλοι δείκτες παρουσιάζουν χαμηλότερη εικόνα ως προς το μέσο επίπεδο πλούτου.
Όπως εξηγεί, η υψηλή παρουσία ξένων επενδύσεων στην Κύπρο επηρεάζει την εικόνα που αποτυπώνει το ΑΕΠ, καθώς σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας αφορά εισόδημα που συνδέεται με ξένους συντελεστές παραγωγής.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οίκου, το Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα, το οποίο αποτυπώνει το εισόδημα που παράγεται από τους εγχώριους συντελεστές παραγωγής, είναι περίπου 10%-11% χαμηλότερο από το επίπεδο που υποδηλώνει το ΑΕΠ.
Ξένη ιδιοκτησία και έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
Στο μικροσκόπιο του S&P βρίσκονται και οι εξωτερικές ανισορροπίες της οικονομίας.
Ο οίκος εκτιμά ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί περίπου στο 8,7% του ΑΕΠ το 2026, σε μια εξέλιξη που συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και την υψηλή εξάρτηση της Κύπρου από τις εισαγωγές.
Παράλληλα, αναφέρεται στον σημαντικό ρόλο των οντοτήτων ειδικού σκοπού (SPEs), οι οποίες έχουν περιορισμένους δεσμούς με την εγχώρια οικονομία.
Ο S&P επισημαίνει ότι ακόμη και χωρίς να συνυπολογιστούν οι θέσεις των SPEs, η Κύπρος εξακολουθεί να παρουσιάζει ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται σημαντικά σε σχέση με την περίοδο 2015-2017, όταν το ισοζύγιο βρισκόταν κοντά σε ισορροπία.
Κατά τον οίκο, η μεταβολή οφείλεται κυρίως στο επίμονο έλλειμμα του ισοζυγίου πρωτογενών εισοδημάτων, παρά το μικρό πλεόνασμα στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών.
Ως βασικός παράγοντας αναφέρεται το υψηλό ποσοστό ξένης ιδιοκτησίας στις κυπριακές εταιρείες, σε συνδυασμό με τις μεγάλες χρηματοοικονομικές ροές και τον ρόλο του ευρώ ως αποθεματικού νομίσματος.
Την ίδια ώρα, η οικονομία εξακολουθεί να προσελκύει καθαρές εισροές Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, με σημαντικό μέρος τους να συνδέεται με επανεπενδύσεις κερδών στους τομείς της τεχνολογίας και των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Ο S&P προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η μεταβλητότητα στις άμεσες ξένες επενδύσεις αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να επηρεάσει τη διεθνή επενδυτική θέση της Κύπρου και την πορεία απομόχλευσης των τελευταίων ετών.
Ενεργειακή εξάρτηση και υψηλό κόστος
Σημαντική αναφορά γίνεται και στο ενεργειακό ζήτημα, καθώς ο S&P καταγράφει την άνοδο του πληθωρισμού τους τελευταίους μήνες, ιδιαίτερα σε τρόφιμα και υπηρεσίες, σε συνδυασμό με τις αυξήσεις στις διεθνείς τιμές ενέργειας.
Η Κύπρος, σύμφωνα με την έκθεση, εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενέργειας, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη στις μεταβολές των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Η ευαισθησία αυτή παραμένει παρά τα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση, μεταξύ των οποίων και η εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ στα ενεργειακά προϊόντα.
Στο επίκεντρο το LNG στο Βασιλικό
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Τερματικό Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου στο Βασιλικό, το οποίο ο S&P θεωρεί σημαντικό για τη μεσοπρόθεσμη ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας.
Η λειτουργία του έργου θα μπορούσε, σύμφωνα με τον οίκο, να επιτρέψει τη σταδιακή μετάβαση από μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που λειτουργούν με ντίζελ και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους, το οποίο παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, ο S&P διατηρεί επιφυλάξεις ως προς το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, λόγω των επανειλημμένων καθυστερήσεων στην κατασκευή.
Η αβεβαιότητα γύρω από την πορεία του έργου, σύμφωνα με την έκθεση, θέτει σε κίνδυνο τον στόχο για έναρξη λειτουργίας προς τα τέλη του 2027.
Το κρατικό μισθολόγιο στις δημοσιονομικές προκλήσεις
Στις μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές προκλήσεις ο οίκος εντάσσει και το μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα, το οποίο χαρακτηρίζει ως ένα από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο S&P αναφέρεται ειδικότερα και στην Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ), επισημαίνοντας ότι αυξάνει την έκθεση της κυβέρνησης στις πληθωριστικές πιέσεις σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Στο ίδιο πλαίσιο καταγράφονται ως μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές προκλήσεις η γήρανση του πληθυσμού και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Τα ΜΕΔ μειώθηκαν στις τράπεζες, παραμένουν όμως στην οικονομία
Θεαματική είναι η βελτίωση της εικόνας των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων εντός του τραπεζικού συστήματος.
Σύμφωνα με τον S&P, τα ΜΕΔ αντιστοιχούν πλέον στο 1,6% του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών, ποσοστό χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η συνολική εικόνα της οικονομίας, ωστόσο, είναι διαφορετική.
Ο οίκος επισημαίνει ότι σημαντικό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός τραπεζικού συστήματος, κυρίως στα χαρτοφυλάκια των Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων (CACs).
Πρόκειται για προβληματικά δάνεια που μεταφέρθηκαν εκτός τραπεζών στο πλαίσιο των προηγούμενων διαδικασιών εξυγίανσης του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Ο S&P εκτιμά ότι περίπου το 40% του συνολικού χρέους του ιδιωτικού τομέα παραμένει μη εξυπηρετούμενο και βρίσκεται κυρίως στην κατοχή CACs, αν και το σχετικό απόθεμα συνεχίζει να μειώνεται.
Η μεγάλη εικόνα
Η αναβάθμιση της Κύπρου στην κατηγορία «Α» αποτυπώνει τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και της δυναμικής του δημόσιου χρέους.
Παράλληλα, η έκθεση του S&P αναδεικνύει ζητήματα που εξακολουθούν να επηρεάζουν τη δομή και την ανθεκτικότητα της κυπριακής οικονομίας: τη διαφορά μεταξύ ΑΕΠ και εισοδήματος των κατοίκων, τα εξωτερικά ελλείμματα, την εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, τις καθυστερήσεις σε ενεργειακές υποδομές, το υψηλό δημόσιο μισθολογικό κόστος και το σημαντικό απόθεμα ιδιωτικού χρέους που παραμένει εκτός τραπεζικού συστήματος.