Η οικονομική ανάλυση έχει πλέον κεντρικό ρόλο στις υποθέσεις ανταγωνισμού και συγκεντρώσεων επιχειρήσεων. Η πραγματική πρόκληση, όμως είναι το κατά πόσο η ανάλυση μπορεί να ελεγχθεί, να αμφισβητηθεί και τελικά να στηρίξει μια τεκμηριωμένη απόφαση των αρχών ανταγωνισμού ή των δικαστηρίων.
Με αφορμή το Cyprus Forum on Competition Policy 2026, που θα πραγματοποιηθεί στις 4 Δεκεμβρίου 2026 στο ξενοδοχείο Hilton στη Λευκωσία, ο Δρ Παναγιώτης Αγησιλάου, Ιδρυτής και Εκτελεστικός Διευθυντής του CFCP, εξηγεί γιατί η οικονομική ανάλυση είναι αναγκαία για την κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των αγορών και την αξιολόγηση των επιπτώσεων μιας συμπεριφοράς στον ανταγωνισμό. Αναλύει τι καθιστά μια οικονομική ανάλυση αξιόπιστη, γιατί τα μοντέλα και τα δεδομένα πρέπει να υποβάλλονται σε ουσιαστικό έλεγχο, και πώς η οικονομική τεκμηρίωση αξιολογείται τόσο από τις αρχές ανταγωνισμού όσο και από τα δικαστήρια.
- Στην πρώτη μας συζήτηση εξηγήσατε γιατί η οικονομική ανάλυση βρίσκεται στο επίκεντρο του CFCP 2026. Ποιο είναι το βασικό ερώτημα που θέτει το συνέδριο;
- Θα έλεγα ότι το ερώτημα πλέον δεν είναι αν χρειαζόμαστε οικονομική ανάλυση, αλλά ποια οικονομική ανάλυση είναι πραγματικά χρήσιμη ώστε να υποστηρίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Η πολυπλοκότητα της οικονομικής ανάλυσης από μόνη της δεν αποτελεί ένδειξη ποιότητας. Το ζητούμενο είναι να χρησιμοποιούμε την κατάλληλη οικονομική ανάλυση για το συγκεκριμένο ερώτημα και να μπορούμε να ελέγξουμε τις παραδοχές, τα δεδομένα και τα συμπεράσματά της.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που θέλει να αναδείξει το CFCP 2026.
- Γιατί είναι, όμως, σημαντική η οικονομική ανάλυση στην πράξη για όσους ασχολούνται με το δίκαιο ανταγωνισμού;
- Η οικονομική ανάλυση είναι χρήσιμη γιατί μας βοηθά να περάσουμε από τον νομικό κανόνα στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί πραγματικά η αγορά. Για έναν νομικό, η οικονομική ανάλυση βοηθά να κατανοήσει καλύτερα τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων, να διαμορφώσει ή να αμφισβητήσει μια θεωρία ανταγωνιστικής βλάβης και να εντοπίσει ποια πραγματικά και οικονομικά στοιχεία είναι κρίσιμα για την αξιολόγηση της υπόθεσης.
Για μια αρχή ανταγωνισμού, η οικονομική ανάλυση συμβάλλει στον σχεδιασμό της έρευνας, στην επιλογή των κατάλληλων δεδομένων και εργαλείων και, τελικά, στην αξιολόγηση του κατά πόσο μια συγκεκριμένη επιχειρηματική συμπεριφορά είναι πράγματι πιθανό να περιορίσει τον ανταγωνισμό. Αυτό ακριβώς είναι και ένα από τα βασικά θέματα της πρώτης συζήτησης στρογγυλής τραπέζης του CFCP 2026.
Αντίστοιχα, για την δικαστική κοινότητα η οικονομική κατανόηση είναι σημαντική ώστε να μπορεί να ελεγχθεί κατά πόσο η οικονομική βάση μιας απόφασης είναι επαρκώς τεκμηριωμένη και στηρίζεται στα πραγματικά δεδομένα της αγοράς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να γίνει ο ίδιος οικονομολόγος.
Γι’ αυτό και η οικονομική ανάλυση δεν αφορά μόνο τους οικονομολόγους. Αποτελεί κοινό εργαλείο εργασίας για όλους όσους συμμετέχουν στη διαμόρφωση, τη λήψη ή τον έλεγχο μιας απόφασης ανταγωνισμού.
- Υπάρχει κίνδυνος η αυξανόμενη χρήση οικονομικών μοντέλων και ποσοτικών μεθόδων να δημιουργεί την εντύπωση μεγαλύτερης βεβαιότητας και αξιοπιστίας από αυτήν που πραγματικά δικαιολογούν τα δεδομένα;
- Βεβαίως. Ένα οικονομικό μοντέλο δεν είναι η πραγματικότητα. Είναι μια απλουστευμένη αναπαράστασή της, όπως ένας χάρτης: μας βοηθά να κατανοήσουμε τη συνολική εικόνα, αλλά αναγκαστικά παραλείπει ορισμένες λεπτομέρειες.
Τα μοντέλα είναι εξαιρετικά χρήσιμα, καθώς μας υποχρεώνουν να διατυπώνουμε με σαφήνεια τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται. Όσο πιο σύνθετο είναι ένα μοντέλο, τόσο πιο σημαντικό είναι να κατανοούμε ποια δεδομένα και ποιοι παράγοντες επηρεάζουν καθοριστικά τα αποτελέσματά του.
Η αριθμητική ακρίβεια ενός αποτελέσματος δεν εγγυάται από μόνη της και την αξιοπιστία του. Αυτή εξαρτάται από την ποιότητα των δεδομένων, τις παραδοχές και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε.
Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό να ελέγχουμε αν τα συμπεράσματα της ανάλυσης αντέχουν όταν αλλάζουν ορισμένες από τις βασικές παραδοχές της, τη διαφάνεια των παραδοχών και την εξέταση εναλλακτικών προδιαγραφών. Και κυρίως, το οικονομικό αποτέλεσμα πρέπει να αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στην πράξη η συγκεκριμένη αγορά.
- Τι κάνουμε όταν τα δεδομένα αμφισβητούν την αρχική θεωρία μιας υπόθεσης;
- Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα στην εφαρμογή της οικονομικής ανάλυσης.
Η οικονομική ανάλυση δεν πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο εκ των υστέρων επιβεβαίωσης ενός συμπεράσματος που έχει ήδη διαμορφωθεί. Πρέπει να λειτουργεί και ως μηχανισμός ελέγχου των αρχικών παραδοχών.
Για παράδειγμα, εάν τα δεδομένα δεν συνάδουν με τη θεωρία ανταγωνιστικής βλάβης, πρέπει να εξετάζουμε σοβαρά το ενδεχόμενο να χρειάζεται αναθεώρηση ή ακόμη και εγκατάλειψη. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να αναζητούμε επιλεκτικά τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν την αρχική μας θέση και να υποβαθμίζουμε όσα την αμφισβητούν.
Αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο της οικονομικής ανάλυσης. Είναι ένας γενικότερος κίνδυνος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, γνωστός στη συμπεριφορική οικονομική και στη γνωστική ψυχολογία ως σφάλμα επιβεβαίωσης (confirmation bias). Γι’ αυτό χρειάζεται μια προσέγγιση στην οποία τα συμπεράσματα να προκύπτουν από την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και όχι τα στοιχεία να επιλέγονται ώστε να επιβεβαιώνουν ένα ήδη διαμορφωμένο συμπέρασμα.
- Και όταν μια τέτοια οικονομική ανάλυση φτάσει ενώπιον των δικαστηρίων, ποια είναι τα όρια του δικαστικού ελέγχου;
- Η οικονομική πολυπλοκότητα δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να αποτελεί λόγο περιορισμού του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι, ο δικαστής πρέπει να μετατραπεί σε οικονομολόγο. Πρέπει, όμως, να μπορεί να εξετάσει εάν τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται μια απόφαση είναι αξιόπιστα και επαρκή, εάν οι βασικές παραδοχές είναι συνεπείς, εάν η μεθοδολογία ανταποκρίνεται στο ερώτημα που επιχειρεί να απαντήσει και εάν τα συμπεράσματα πράγματι προκύπτουν από τα δεδομένα.
Εδώ αναδεικνύεται η σημασία της αιτιολόγησης της ίδιας της απόφασης. Όσο πιο σύνθετη είναι η οικονομική εκτίμηση, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη να εξηγείται καθαρά πώς η αρχή ανταγωνισμού πέρασε από τα δεδομένα στο συμπέρασμα.
Ο αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος δεν προϋποθέτει υποκατάσταση της Αρχής Ανταγωνισμού. Προϋποθέτει, όμως, πραγματική δυνατότητα ελέγχου της οικονομικής βάσης της απόφασης.
- Γιατί εντάχθηκαν στην ίδια συζήτηση και οι αγωγές αποζημιώσεων;
- Διότι στις αγωγές αποζημιώσεων γίνεται ιδιαίτερα εμφανές ότι η οικονομική ανάλυση καλείται να απαντήσει σε διαφορετικά ερωτήματα από εκείνα που τίθενται κατά τη διαπίστωση μιας παράβασης. Η διαπίστωση ότι υπήρξε παράβαση του δικαίου ανταγωνισμού δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ένα συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο υπέστη ζημία, ούτε προσδιορίζει το ύψος της ή αποδεικνύει ότι αυτή προκλήθηκε πράγματι από τη συγκεκριμένη παράβαση.
Εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη σημασία η οικονομική ανάλυση. Στις αγωγές αποζημιώσεων πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαμορφωθεί ένα αξιόπιστο σενάριο αντιπαραδείγματος, δηλαδή μια εκτίμηση του πώς θα είχε εξελιχθεί η αγορά εάν η παράβαση δεν είχε λάβει χώρα. Ποια θα ήταν η τιμή; Τι ποσότητες θα είχαν πωληθεί; Υπήρξε μετακύλιση της επιβάρυνσης σε επόμενα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας; Και, τελικά, ποιο μέρος της διαφοράς μεταξύ της πραγματικής εξέλιξης της αγοράς και του αντιπαραδείγματος μπορεί πράγματι να αποδοθεί στην παράβαση;
Πρόκειται για ιδιαίτερα απαιτητικά οικονομικά ερωτήματα, στα οποία συχνά δίνονται διαφορετικές απαντήσεις από τους οικονομικούς εμπειρογνώμονες των διαδίκων. Έτσι, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποια οικονομική μεθοδολογία είναι καταλληλότερη, αλλά και πώς το δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει αποτελεσματικά αντικρουόμενες οικονομικές αναλύσεις, τις παραδοχές στις οποίες στηρίζονται και την ποιότητα των δεδομένων που χρησιμοποιούν. Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα ζητήματα που θέλουμε να αναδείξουμε στη σχετική συζήτηση του CFCP 2026.
- Η συζήτηση αυτή συμπίπτει και με σημαντικές εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πόσο επίκαιρο είναι το θέμα του φετινού CFCP;
- Είναι ιδιαίτερα επίκαιρο. Η ευρωπαϊκή πολιτική ανταγωνισμού βρίσκεται σε μια περίοδο σημαντικής εξέλιξης, με νέες κατευθυντήριες γραμμές και αναθεώρηση βασικών αναλυτικών πλαισίων.
Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαιώνουν κάτι ευρύτερο: όσο περισσότερο η εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού βασίζεται στην αξιολόγηση των πραγματικών ή πιθανών επιπτώσεων μιας συμπεριφοράς στην αγορά, τόσο πιο κρίσιμες γίνονται η ποιότητα της οικονομικής ανάλυσης και η αξιοπιστία της εμπειρικής και ποσοτικής τεκμηρίωσης που τη στηρίζει.
Η ασφάλεια δικαίου δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο σαφής είναι ένας νομικός κανόνας. Εξαρτάται και από το κατά πόσον οι οικονομικές έννοιες και τα αποδεικτικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή του είναι κατανοητά, συνεπή και προβλέψιμα.
Επομένως, καθίσταται ακόμη πιο σημαντικό τα ζητήματα αυτά να εξετάζονται μέσα από έναν πολύπλευρο διάλογο μεταξύ νομικών, οικονομολόγων, εκπροσώπων αρχών ανταγωνισμού και δικαστών.
- Η φετινή διοργάνωση φέρνει πράγματι διαφορετικές θεσμικές οπτικές στο ίδιο τραπέζι. Ήταν συνειδητή επιλογή;
- Απολύτως. Αυτό αποτελεί ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του CFCP.
Η πραγματική εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού είναι εξ ορισμού διεπιστημονική.
Γι' αυτό το φετινό πρόγραμμα συγκεντρώνει επαγγελματίες με διαφορετικές οπτικές γύρω από την οικονομική ανάλυση: από την πλευρά της Αρχής Ανταγωνισμού, του νομικού, του οικονομολόγου, της ακαδημαϊκής κοινότητας και του δικαστικού ελέγχου.
Οι δύο κεντρικές ομιλίες του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Δρ Σάββα Σ. Παπασάββα, και του Καθηγητή Βιομηχανικής Οικονομικής και μέλους της Ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού, Δρ Μιχάλη Πολέμη, αποτυπώνουν ακριβώς αυτή τη σύνδεση μεταξύ δικαίου, θεσμών και οικονομικής επιστήμης.
- Τι θα θέλατε τελικά να κρατήσει μαζί του κάποιος που θα παρακολουθήσει το CFCP 2026;
- Θα ήθελα, πάνω απ’ όλα, όσοι παρακολουθήσουν το CFCP 2026 να αντιληφθούν πόσο κεντρικός είναι πλέον ο ρόλος της οικονομικής ανάλυσης στην εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού. Όσο περισσότερο η αξιολόγηση μιας συμπεριφοράς επικεντρώνεται στις πραγματικές ή πιθανές επιπτώσεις της στον ανταγωνισμό, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η οικονομική ανάλυση για την κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της αγοράς, τη διαμόρφωση και τον έλεγχο μιας θεωρίας ανταγωνιστικής βλάβης και, τελικά, τη λήψη μιας τεκμηριωμένης απόφασης.
Αυτό, όμως, σημαίνει ταυτόχρονα ότι η οικονομική τεκμηρίωση πρέπει να αντιμετωπίζεται με κριτικό και ουσιαστικό τρόπο. Όταν βλέπουμε έναν αριθμό, ένα μοντέλο ή μια οικονομετρική εκτίμηση, το κρίσιμο δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα που παράγει, αλλά ποιο ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει, πάνω σε ποιες παραδοχές και δεδομένα στηρίζεται και κατά πόσο τα συμπεράσματά της παραμένουν ισχυρά όταν αυτά υποβάλλονται σε αυστηρό έλεγχο.
Η οικονομική επιστήμη μπορεί, επομένως, να συμβάλλει καθοριστικά στη λήψη καλύτερα τεκμηριωμένων αποφάσεων στο πλαίσιο του δικαίου ανταγωνισμού. Η σημασία της, όμως, δεν περιορίζεται στο επίπεδο των αρχών ανταγωνισμού. Εξίσου κρίσιμη είναι η δυνατότητα των δικαστηρίων να ελέγχουν ουσιαστικά την οικονομική βάση μιας απόφασης, να αξιολογούν την ποιότητα και την αξιοπιστία της σχετικής τεκμηρίωσης και να διακρίνουν μεταξύ ισχυρών και ασθενών οικονομικών επιχειρημάτων. Αυτό αποτελεί σημαντική προϋπόθεση τόσο για την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου ανταγωνισμού όσο και για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Η αυξανόμενη σημασία της οικονομικής ανάλυσης δεν σημαίνει, βέβαια, ότι πρέπει να αγνοούμε τα όριά της. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερο βάρος αποκτά στη λήψη αποφάσεων, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη για διαφάνεια, αξιοπιστία και ουσιαστικό έλεγχο. Αυτή ακριβώς τη σχέση μεταξύ οικονομικής τεκμηρίωσης, νομικής κρίσης και δικαστικού ελέγχου θέλουμε να εξετάσουμε στο CFCP 2026, στις 4 Δεκεμβρίου 2026.