Economy
Η οικονομία «δύο ταχυτήτων» των ΗΠΑ: Ποιοι κερδίζουν, ποιοι πιέζονται και τι φοβάται η Moody’s
Η οικονομία «δύο ταχυτήτων» των ΗΠΑ: Ποιοι κερδίζουν, ποιοι πιέζονται και τι φοβάται η Moody’s
Τα βασικά συμπεράσματα από την παρουσίαση Credit Trends USA 2026 της Moody’s για τις προοπτικές της αμερικανικής οικονομίας, τα ερωτηματικά για την αγορά εργασίας και τους καταναλωτές «δύο ταχυτήτων»

Για πόσο καιρό ακόμα θα μπορεί ο Αμερικανός καταναλωτής των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων να ξοδεύει, ώστε η αμερικανική οικονομία να συνεχίσει να αναπτύσσεται;

Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που απασχολεί τους αναλυτές του οίκου αξιολόγησης Moody’s, που στην παρουσίαση με τίτλο «Credit Trends USA 2026», που παρακολούθησε το newmoney, δεν έκρυψαν τον προβληματισμό τους για την «προσιτότητα» (affordability), την αγορά εργασίας και τελικά την κατανάλωση στην αμερικανική οικονομία.

Η Moody’s διατηρεί σταθερή την πρόβλεψή της για τις βορειοαμερικανικές εταιρείες το 2026, κυρίως λόγω της αναμενόμενης αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού και των επιτοκίων, αλλά και χάρη στις τεράστιες επενδύσεις που κατευθύνονται στην τεχνητή νοημοσύνη. Παράγοντες που στηρίζουν μια μέτρια αλλά σταθερή αύξηση κερδών σε αρκετούς κλάδους της οικονομίας. Ωστόσο, η ανοδική αυτή πορεία δεν είναι απρόσκοπτη.

Οι συνεχείς μεταβολές στην οικονομική και εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η αβεβαιότητα γύρω από δασμούς και εμπορικές σχέσεις δημιουργούν ένα «περίπλοκο και ασταθές περιβάλλον» για τις επιχειρήσεις. Πολλές εταιρείες αναβάλλουν επενδυτικές αποφάσεις, περιμένοντας μεγαλύτερη ορατότητα, γεγονός που λειτουργεί ανασταλτικά στην ταχύτερη ενίσχυση της κερδοφορίας.

Το μεγαλύτερο ρίσκο, ωστόσο, εντοπίζεται στην πλευρά της κατανάλωσης. Όπως επεσήμανε η επικεφαλής Εταιρικών Χρηματοοικονομικών Βόρειας Αμερικής της, Παλόμα Σαν Βαλεντίν, είναι πλέον ξεκάθαρη η «διχοτόμηση» των Αμερικανών καταναλωτών.

Τα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα και ισχυρότερη πιστοληπτική ικανότητα συνεχίζουν να ξοδεύουν και να στηρίζουν τη ζήτηση. Αντίθετα, τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα εμφανίζονται ολοένα και πιο επιφυλακτικά, καθώς τα ζητήματα προσιτότητας –από το κόστος ζωής έως τη χρηματοδότηση– εντείνουν το οικονομικό άγχος.

Η Moody’s εκτιμά ότι οι συνολικές καταναλωτικές δαπάνες θα συνεχίσουν να αυξάνονται το 2026, αλλά με σαφώς χαμηλότερο ρυθμό, περίπου στο 1,5%, σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. «Οι καταναλωτές εξακολουθούν να ξοδεύουν, αλλά το κάνουν με πολύ μεγαλύτερη σύνεση», σημείωσε Σαν Βαλεντίν.

Η εξέλιξη αυτή ασκεί μεγαλύτερη πίεση στους κλάδους που εξαρτώνται από τις διακριτικές δαπάνες. Λιανεμπόριο και εταιρείες διαρκών καταναλωτικών αγαθών εμφανίζονται πιο εκτεθειμένες, καθώς δυσκολεύονται να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές χωρίς να πλήξουν τους όγκους πωλήσεων και την κερδοφορία τους. Αντίθετα, οι λιανοπωλητές που εστιάζουν στην «αξία» και στις χαμηλότερες τιμές αναμένεται να ωφεληθούν, καθώς οι καταναλωτές στρέφονται σε φθηνότερες επιλογές.

Πιο ανθεκτικοί εμφανίζονται οι τομείς βασικών αγαθών – τρόφιμα, ποτά, υγειονομική περίθαλψη – όπου τα πρότυπα ζήτησης παραμένουν σταθερότερα. Στους κλάδους φιλοξενίας, αναψυχής και τυχερών παιχνιδιών, η εικόνα είναι μεικτή: τα υψηλότερα εισοδήματα συνεχίζουν να στηρίζουν τη ζήτηση, αλλά τα χαμηλότερα κάνουν σαφώς ένα βήμα πίσω.

Αγορά εργασίας: ο μεγαλύτερος κίνδυνος

Παρά την ανθεκτικότητα του ΑΕΠ των ΗΠΑ το 2025, η αγορά εργασίας αναδεικνύεται στον βασικότερο παράγοντα κινδύνου για την οικονομία, σύμφωνα με τις τοποθετήσεις επικεφαλής Πιστωτικής Στρατηγικής Προτύπων, Άτσι Σεθ, και του επικεφαλής οικονομολόγου, Μαρκ Ζαντί. Και οι δύο συμφώνησαν ότι πίσω από τα θετικά μακροοικονομικά μεγέθη κρύβεται μια πολύ πιο εύθραυστη πραγματικότητα για μεγάλα τμήματα των αμερικανικών νοικοκυριών.

Όπως επεσήμαναν, το 2025 άφησε μια αντιφατική κληρονομιά: από τη μία πλευρά ένα ανθεκτικό ΑΕΠ, από την άλλη έναν καταναλωτή που πιέζεται έντονα από ζητήματα προσιτότητας. Η οικονομία δείχνει να «κρατά» σε επίπεδο παραγωγής, όμως αυτό δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη δυναμική στην απασχόληση. Η αύξηση των θέσεων εργασίας έχει ουσιαστικά επιβραδυνθεί, με την υγειονομική περίθαλψη να αποτελεί σχεδόν τον μοναδικό κλάδο που συνεχίζει να δημιουργεί νέες θέσεις με σταθερό ρυθμό.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη στήριξη του ΑΕΠ, ενισχύοντας επενδύσεις και αποτιμήσεις, όμως η συμβολή της στη δημιουργία θέσεων εργασίας παραμένει περιορισμένη. Όπως τονίστηκε, η επίδρασή της μέχρι στιγμής είναι έντονη στην πλευρά της ζήτησης – μέσω επενδυτικών δαπανών και του «φαινομένου πλούτου» – αλλά πολύ πιο ασθενής στην πραγματική αγορά εργασίας, με ορατές επιπτώσεις κυρίως στον τομέα της υγείας.

Αυτή η εικόνα οδηγεί σε μια ξεκάθαρα διχασμένη οικονομία. Για τα νοικοκυριά υψηλών εισοδημάτων, που κατέχουν μετοχές και ωφελήθηκαν από την άνοδο των αγορών –ιδίως λόγω της τεχνολογίας και της ΑΙ– η οικονομία μοιάζει ανθεκτική.

«Το 20% του πληθυσμού που ανήκει στα υψηλά εισοδήματα πραγματοποιεί το 60% των καταναλωτικών δαπανών» επεσήμανε ο Μαρκ Ζαντί.

Αντίθετα, για τις μεσαίες και χαμηλού εισοδήματος οικογένειες, που δεν έχουν έκθεση στις χρηματιστηριακές αγορές και εξαρτώνται άμεσα από την απασχόληση και τους μισθούς, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη.

Η αγορά εργασίας, σύμφωνα με τη Άτσι Σεθ, αποτελεί «τη μεγαλύτερη πηγή κινδύνου» για τη μακροοικονομική εικόνα. Αν υπάρξει αρνητική έκπληξη –όχι απαραίτητα μια απότομη ύφεση, αλλά μια επιδείνωση των προοπτικών απασχόλησης ή αύξηση των απολύσεων– οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι δυσανάλογα μεγάλες για την κατανάλωση και, κατ’ επέκταση, για την οικονομία συνολικά. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα, όπως σημειώθηκε, παρακολουθεί πρωτίστως τις εξελίξεις στην απασχόληση, γεγονός που καθιστά την αγορά εργασίας καθοριστικό παράγοντα και για τη νομισματική πολιτική.

Παρά τους κινδύνους, για το 2026 η Moody’s διατηρεί συγκρατημένα αισιόδοξη εκτίμηση για την αμερικανική οικονομία. Η δημοσιονομική πολιτική αναμένεται να προσφέρει πρόσθετη στήριξη μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, αυξημένων δαπανών και επιστροφών χρημάτων.

Παράλληλα, η ισχυρή ζήτηση για data center αναμένεται να συνεχιστεί, καθιστώντας τη δημιουργία κέντρων δεδομένων μία από τις πιο δημοφιλής υποδομές των επόμενων δύο ετών.

Ωστόσο, όσο η αγορά εργασίας παραμένει εύθραυστη και η δημιουργία θέσεων δεν ακολουθεί τον ρυθμό του ΑΕΠ, η αμερικανική οικονομία θα συνεχίσει να λειτουργεί σε δύο ταχύτητες: ισχυρή στις αγορές και στα μεγέθη, αλλά λιγότερο σταθερή για μεγάλο μέρος των νοικοκυριών.

ΠΗΓΗ: NEWMONEY.GR