Τη θέση της κυβέρνησης ότι η προτεινόμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση κινείται εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του κράτους και του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπερασπίστηκε ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μαρίνος Μουσιούττας, την ώρα που η κοστολόγηση των αλλαγών εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βασικότερα σημεία αντιπαράθεσης στον διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους.
Με τις εκτιμήσεις για το συνολικό κόστος της μεταρρύθμισης να ξεπερνούν τα €800 εκατ., ο Υπουργός υποστήριξε ότι η κυβερνητική προσέγγιση στηρίζεται στις αναλογιστικές μελέτες της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO), ενώ η φιλοσοφία της πρότασης παραμένει σταθερή.
Όπως ανέφερε μιλώντας στο κρατικό ραδιόφωνο, βασική επιδίωξη είναι να ενισχυθούν οι συντάξεις και παράλληλα να διατηρηθεί η βιωσιμότητα τόσο του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων όσο και των δημόσιων οικονομικών.
Το κόστος και το χρέος των €12 δισ.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη σχέση μεταξύ του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των κρατικών οικονομικών, σημειώνοντας ότι τα δύο μεγέθη δεν μπορούν να εξετάζονται απομονωμένα.
Σύμφωνα με τον Υπουργό, η κοστολόγηση της μεταρρύθμισης συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την κυβερνητική απόφαση να τερματιστεί η πρακτική του δανεισμού από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και να αρχίσει σταδιακά η αποπληρωμή των ποσών που οφείλει το κράτος.
Το συγκεκριμένο χρέος ανέρχεται σήμερα περίπου στα €12 δισ., στοιχείο που, όπως υποστήριξε ο κ. Μουσιούττας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν υπολογίζεται το συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα της μεταρρύθμισης.
Κατά τον ίδιο, η διαφωνία που εκφράζεται για την κοστολόγηση αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αυτή υπολογίζεται και όχι τα δεδομένα στα οποία βασίζεται. Η κυβέρνηση, πρόσθεσε, θεωρεί ότι η πρόταση αποτελεί μια ισορροπημένη λύση σε σχέση με τις δυνατότητες τόσο του Ταμείου όσο και του κράτους.
«Καταθέστε τις δικές σας προτάσεις»
Την ίδια ώρα, ο Υπουργός έστειλε μήνυμα προς τους κοινωνικούς εταίρους για κατάθεση συγκεκριμένων εναλλακτικών εισηγήσεων, καθώς η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο.
Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει τη δική της πρόταση και αναμένει πλέον από τους εμπλεκόμενους φορείς να καταθέσουν τις δικές τους θέσεις, ώστε αυτές να εξεταστούν στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου.
Μάλιστα, εμφανίστηκε έτοιμος για περαιτέρω εντατικοποίηση των διαβουλεύσεων, ακόμη και με καθημερινές συνεδριάσεις του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος τις επόμενες εβδομάδες, εφόσον αυτό απαιτηθεί.
Ο διάλογος, όπως ανέφερε, δεν θα σταματήσει με την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή, καθώς στόχος είναι να υπάρξει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη σύγκλιση των θέσεων πριν από την έναρξη της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Αυξήσεις συντάξεων έως 60%
Στο κυβερνητικό σχέδιο περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τον Υπουργό, αυξήσεις στις συντάξεις που ξεκινούν από 2% και φτάνουν έως και 60%, ανάλογα με την κατηγορία των δικαιούχων.
Παράλληλα, προβλέπεται ενίσχυση του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχων, βελτίωση της αναλογιστικής μείωσης για όσους επιλέγουν να αφυπηρετήσουν στα 63, καθώς και παρεμβάσεις για κατηγορίες του πληθυσμού που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην παραμονή ή την ένταξή τους στην αγορά εργασίας.
Στις ομάδες αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, μητέρες, άτυποι φροντιστές και άτομα με αναπηρία.
«Μακάρι να μπορούσαμε να δώσουμε περισσότερα»
Ο κ. Μουσιούττας ξεκαθάρισε, πάντως, ότι η κυβέρνηση δεν προτίθεται να ενσωματώσει στο παρόν στάδιο πρόσθετες παροχές που έχουν τεθεί στο τραπέζι κατά τη διάρκεια της δημόσιας συζήτησης.
Μεταξύ αυτών είναι η αύξηση της κατώτατης σύνταξης στα €1.088, η χορήγηση συμπληρωματικής σύνταξης €300, καθώς και η αύξηση του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχου στα €1.100.
«Μακάρι να μπορούσαμε να δώσουμε περισσότερα, όμως δεν βγαίνουν οι αριθμοί», ήταν το χαρακτηριστικό μήνυμα του Υπουργού, ο οποίος υπογράμμισε ότι η μεταρρύθμιση θα πρέπει να ενισχύσει το εισόδημα των συνταξιούχων χωρίς να δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις για τις επόμενες γενιές.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να είναι καθοριστικό, καθώς οι διαβουλεύσεις κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων συνεχίζονται με φόντο τις διαφορετικές προσεγγίσεις τόσο για το ύψος των παροχών όσο και για το κόστος και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος.