Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου
Οικονομολόγος - Διευθύνων Σύμβουλος Trojan Economics
Όταν ένας κτηνοτρόφος καταγράφει ζημιές και ένα τυροκομείο εμφανίζει κέρδη, είναι εύκολο να συναχθεί ότι ο πρώτος πληρώνει την κερδοφορία του δεύτερου. Για να μετατραπεί, όμως, αυτή η υπόθεση σε τεκμηριωμένο συμπέρασμα, χρειάζονται αποδείξεις. Η κλαδική έρευνα της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ) δεν τεκμηριώνει ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί οφείλονται σε αντιανταγωνιστικές πρακτικές. Αναδεικνύει, κυρίως, το υψηλό κόστος και τις αδυναμίες οργάνωσης και αποδοτικότητας.
Αυτό έχει σημασία για τη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται με αφορμή την έκθεση της ΕΠΑ. Η διάγνωση καθορίζει και τη λύση: διαφορετική αντιμετώπιση απαιτεί η διαπίστωση ενός αντιανταγωνιστικού συντονισμού και διαφορετική αντιμετώπιση απαιτεί η αδυναμία κάλυψης του κόστους, η οποία μπορεί να οφείλεται στο υψηλό κόστος παραγωγής, στην χαμηλή αποδοτικότητα ή στην περιορισμένη διαπραγματευτική θέση.
Ζημιές και κέρδη
Ο χαρακτηρισμός «ζημιές στη φάρμα, κέρδη στο εργοστάσιο» παραβλέπει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Οι εκτιμώμενες ζημιές, ύψους 33 και 38 σεντ ανά λίτρο αιγινού και πρόβειου γάλακτος, αντίστοιχα, προκύπτουν από πρότυπα κοστολόγια του Υπουργείου Γεωργίας για μονάδες 500 γαλακτοφόρων ζώων, αφού συνυπολογιστούν οι επιδοτήσεις που περιλαμβάνονται σε αυτά. Ως εκ τούτου, δεν αποτελούν καταγραφή των αποτελεσμάτων κάθε εκμετάλλευσης.
Τα στοιχεία για τις πραγματικές μονάδες του δείγματος καταδεικνύουν ότι, για το 2023, τα περιθώρια κυμαίνονται από -58% έως +31% στην αιγοπροβατοτροφία και από -8% έως +28% στην αγελαδοτροφία. Καταγράφονται, επομένως, τόσο ζημιές όσο και κέρδη, με το υψηλότερο περιθώριο να εντοπίζεται στην αιγοπροβατοτροφία. Ωστόσο, το μικρό δείγμα, η μη τεκμηριωμένη αντιπροσωπευτικότητά του και τα προβλήματα στα στοιχεία των αιγοπροβατοτρόφων περιορίζουν τις γενικεύσεις.
Αντίστοιχα, δεν προκύπτει ότι όλα τα τυροκομεία παρουσιάζουν υψηλά κέρδη. Συγκεκριμένα, τρία καταγράφουν καθαρά περιθώρια 8–14% το 2021 και 4–12% το 2022, ενώ τα υπόλοιπα του δείγματος κυμαίνονται από ζημιά 8% έως κέρδος 1%. Τα περιθώρια αυτά δεν επαρκούν, από μόνα τους, για να τεκμηριώσουν την ύπαρξη υπερβολικής κερδοφορίας. Τα τυροκομεία χρειάζονται κεφάλαια για εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και αποθέματα. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί η απόδοση αυτών των κεφαλαίων σε σχέση με το κόστος κεφαλαίου, λαμβάνοντας υπόψη τον επιχειρηματικό κίνδυνο.
Ανταγωνισμός και διαπραγματευτική δύναμη
Η ΕΠΑ διαπιστώνει ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών, αλλά άνιση διαπραγματευτική δύναμη, συνδεδεμένη και με τη συλλογική τους οργάνωση. Στο αγελαδινό γάλα, το 66% διατίθεται μέσω οργανώσεων και μιας άτυπης συνένωσης, έναντι μόλις 20% μέσω ομάδων στο αιγοπρόβειο. Η συμμετοχή σε οργανώσεις αποτελεί επιχειρηματική επιλογή που ενδέχεται να ενισχύσει τη διεκδίκηση καλύτερων όρων. Η ασθενέστερη οργάνωση δεν αποδεικνύει καταχρηστική συμπεριφορά των αγοραστών.
Όσον αφορά τον Παγκύπριο Οργανισμό Αγελαδοτρόφων (ΠΟΑ), η έκθεση υπολογίζει μερίδιο 30–40% στη χονδρική εμπορία αγελαδινού γάλακτος το δεύτερο εξάμηνο του 2022, έναντι 65–75% την περίοδο 2009–Μάιος 2012. Εφόσον οι υπολογισμοί είναι συγκρίσιμοι, το μερίδιο του ΠΟΑ φαίνεται να έχει μειωθεί περίπου στο μισό. Η μεταβολή αυτή συνιστά ένδειξη ενίσχυσης της θέσης άλλων προμηθευτών, ασκώντας ανταγωνιστική πίεση στον ΠΟΑ. Στην παρούσα έκθεση, η ΕΠΑ δεν διαπιστώνει δεσπόζουσα θέση ή παράβαση από τον ΠΟΑ. Η διαπραγματευτική του δύναμη αναδεικνύει, ωστόσο, δυνατότητες συλλογικής οργάνωσης που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν και οι αιγοπροβατοτρόφοι.
Στον τομέα της τυροκομίας, πέντε επιχειρήσεις συγκεντρώνουν μερίδιο 71,49% στις αγορές αγελαδινού γάλακτος και επτά 68,96% στο αιγοπρόβειο το 2022. Ωστόσο, το άθροισμα των μεριδίων τους δεν αποδεικνύει ατομική ή συλλογική δεσπόζουσα θέση. Χρειάζεται εξέταση των εναλλακτικών αγοραστών και των δυνατοτήτων εισόδου ή επέκτασης ανταγωνιστικών τυροκομείων. Όσον αφορά τη θέση τους στην πώληση χαλλουμιού ΠΟΠ, που δεν εξετάζεται στην εν λόγω έρευνα, σημασία έχει και η δύναμη των μεγάλων πελατών τους στο εξωτερικό.
Στις εμπορικές πρακτικές, οι μαρτυρίες διαφέρουν. Το Υπουργείο μεταφέρει δηλώσεις κτηνοτρόφων, σύμφωνα με τις οποίες, ορισμένοι τυροκόμοι αποφεύγουν να συνεργαστούν με παραγωγούς που προμήθευαν ανταγωνιστές τους. Ωστόσο, τα τυροκομεία αρνούνται την ύπαρξη τέτοιων εμποδίων. Παράλληλα, μία ομάδα αιγοπροβατοτρόφων δηλώνει ότι τα μέλη της χρειάζονται την έγκρισή της για να αλλάξουν τυροκομείο. Επομένως, οι δυσκολίες αλλαγής συνεργάτη πρέπει να εξετάζονται και σε συνάρτηση με τους εσωτερικούς κανόνες των ομάδων παραγωγών των αιγοπροβατοτρόφων. Σε κάθε περίπτωση, η έκθεση της ΕΠΑ δεν τεκμηριώνει την ύπαρξη συμφωνίας κατανομής προμηθευτών αιγοπρόβειου γάλακτος μεταξύ τυροκομείων.
Το Υπουργείο συνδέει την καταβολή προκαταβολών με τη δέσμευση των αιγοπροβατοτρόφων στα συνεργαζόμενα τυροκομεία. Η έκθεση, ωστόσο, δεν τεκμηριώνει ότι οι εν λόγω προκαταβολές συνιστούν αντιανταγωνιστικό μέσο εγκλωβισμού, ενώ καταγράφει δηλώσεις δύο ομάδων αιγοπροβατοτρόφων, σύμφωνα με τις οποίες οι ίδιοι οι παραγωγοί ζητούν τις προκαταβολές για την κάλυψη χρηματοδοτικών αναγκών τους.
Όσον αφορά το Πλαίσιο Συμφωνίας της 22ας Ιουλίου 2022, το οποίο αποτέλεσε την αφορμή για τη διεξαγωγή της έρευνας, η ΕΠΑ δεν διαπίστωσε ενδείξεις περιορισμού του ανταγωνισμού από την εφαρμογή του. Παράλληλα, εκτιμά ότι οι αυξήσεις τιμών το 2023 συνέβαλαν στην ενίσχυση της βιωσιμότητας των παραγωγών.
Η βιωσιμότητα της κτηνοτροφίας
Οι παραγωγοί εργάζονται σε απαιτητικές συνθήκες, με υψηλό κόστος και αβεβαιότητα για το εισόδημά τους. Χρειάζονται ουσιαστική κρατική στήριξη, η οποία, όπως προκύπτει και από τις εισηγήσεις της ΕΠΑ, δεν μπορεί να περιορίζεται σε επαναλαμβανόμενες επιδοτήσεις. Πρέπει να συμβάλει στη μείωση του κόστους, στη βελτίωση της αποδοτικότητας και στην ενίσχυση της συλλογικής οργάνωσης των αιγοπροβατοτρόφων, μεταξύ άλλων, μέσω της αξιοποίησης των δυνατοτήτων που παρέχει ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών.
Συνολικά, η έκθεση δεν τεκμηριώνει ότι οι δυσκολίες του κλάδου οφείλονται σε παραβάσεις του ανταγωνισμού. Οι τίτλοι περί «ολιγοπωλιακών τακτικών» και «ζημιών στη φάρμα, κερδών στο εργοστάσιο» δεν πρέπει να επισκιάζουν το ουσιαστικό ζητούμενο: τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των μονάδων και τη δημιουργία καλύτερων προοπτικών για τους ανθρώπους της κτηνοτροφίας.
*Ο Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου είναι οικονομολόγος με ειδίκευση στα οικονομικά του ανταγωνισμού και Διευθύνων Σύμβουλος της Trojan Economics, της μοναδικής εταιρείας στην Κύπρο που παρέχει εξειδικευμένη οικονομική ανάλυση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα ανταγωνισμού, συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, κρατικών ενισχύσεων, ρύθμισης αγορών και εμπορικών διαφορών. Κατέχει διδακτορικό τίτλο και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στα Οικονομικά από κορυφαία βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ έχει αναγνωριστεί από το Lexology Index (πρώην Who’s Who Legal) ως ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους παγκοσμίως σε θέματα ανταγωνισμού.