Δύο εκλογικές αναμετρήσεις, σε διαφορετικές ηπείρους και με απόσταση περίπου 10.000 χιλιομέτρων μεταξύ τους, ενδέχεται να καθορίσουν όχι μόνο το πολιτικό μέλλον του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και την πορεία του πολέμου στη Μέση Ανατολή, τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές και τις ισορροπίες της διεθνούς οικονομίας. Οι Ισραηλινοί προσέρχονται σήμερα, Τρίτη 27 Οκτωβρίου, στις κάλπες για την ανάδειξη νέου κοινοβουλίου, ενώ μία εβδομάδα αργότερα, στις 3 Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα αποφασίσουν για τη νέα σύνθεση του Κογκρέσου.
Η χρονική σύμπτωση μπορεί να είναι τυχαία, ωστόσο οι δύο αναμετρήσεις συνδέονται πολύ βαθύτερα από όσο υποδηλώνει η γεωγραφική τους απόσταση. Το μέλλον του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ουάσινγκτον, η στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν και η δυνατότητα αποκατάστασης των ενεργειακών ροών από τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν διαφορετικές όψεις της ίδιας γεωπολιτικής εξίσωσης.
Ο άλλοτε πρόεδρος της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, Τιπ Ο’Νιλ, είχε διατυπώσει την περίφημη άποψη ότι «όλη η πολιτική είναι τοπική». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, οι συνέπειες των επιλογών των ψηφοφόρων θα ξεπεράσουν κατά πολύ τα εθνικά σύνορα.
Η διπλή εκλογική αναμέτρηση και η σύνδεση των δύο χωρών
Η σχέση των δύο εκλογών δεν είναι μόνο πολιτική. Υπάρχει και μια άμεση εκλογική διάσταση, καθώς περίπου 500.000 Ισραηλινοί διαθέτουν και αμερικανική υπηκοότητα, γεγονός που τους επιτρέπει να συμμετάσχουν και στις δύο ψηφοφορίες.
Σύμφωνα με την οργάνωση Republicans Overseas Israel, οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι θα μπορούσαν να επηρεάσουν ακόμη και αμφίρροπες εκλογικές αναμετρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο πρόεδρός της, Μαρκ Ζελ, εκτίμησε μιλώντας στο BBC ότι μόνο στη μάχη για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν θα μπορούσαν να κατατεθούν περίπου 10.000 επιστολικές ψήφοι από το Ισραήλ.
Σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική εκλογική περιφέρεια, ένας τέτοιος αριθμός θα μπορούσε να αποκτήσει πολιτική βαρύτητα. Η πραγματική σύνδεση, ωστόσο, βρίσκεται στις αποφάσεις που θα ακολουθήσουν τις κάλπες, κυρίως όσον αφορά τον πόλεμο με το Ιράν.
Το Ιράν στο επίκεντρο των εκλογικών υπολογισμών
Η κοινή στρατιωτική επιχείρηση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ εναντίον του Ιράν, που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου, άλλαξε δραστικά τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.
Τα μαζικά αεροπορικά πλήγματα κατέστρεψαν σημαντικό αριθμό στρατιωτικών στόχων και οδήγησαν στον θάνατο υψηλόβαθμων στελεχών της ιρανικής ηγεσίας. Δεν πέτυχαν, ωστόσο, την ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης, η οποία απάντησε με επιθέσεις σε ολόκληρο τον Περσικό Κόλπο και επέβαλε τον έλεγχό της στα Στενά του Ορμούζ, επηρεάζοντας τις διεθνείς ενεργειακές ροές.
Αρχικά, οι διακηρυγμένοι στόχοι της Ουάσινγκτον και του Ισραήλ περιλάμβαναν την καταστροφή των βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, την αποδυνάμωση του πυρηνικού του προγράμματος, τον περιορισμό της στήριξης προς περιφερειακές ένοπλες οργανώσεις και, ενδεχομένως, την ανατροπή του ίδιου του καθεστώτος.
Στην πορεία, όμως, η στρατηγική προτεραιότητα μετατοπίστηκε προς την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, καθώς η ενεργειακή κρίση άρχισε να επιβαρύνει την παγκόσμια οικονομία.
Οι εκλογές εισάγουν πλέον έναν πρόσθετο παράγοντα στους στρατιωτικούς υπολογισμούς.
Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει εντείνει την προεκλογική ρητορική του απέναντι στην Τεχεράνη, επαναφέροντας το ενδεχόμενο νέων επιθέσεων. Παράλληλα, έχει διατυπώσει νέους ισχυρισμούς για τις πυρηνικές δραστηριότητες του Ιράν, χωρίς να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία, επιμένοντας ότι το ιρανικό καθεστώς πρέπει να ανατραπεί.
Η στάση αυτή συνδέεται και με την προσπάθειά του να ανακτήσει την εικόνα του ηγέτη που εγγυάται την εθνική ασφάλεια, η οποία υπέστη σοβαρό πλήγμα μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Θα περιμένουν Τραμπ και Νετανιάχου να περάσουν οι εκλογές;
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει στηρίξει ανοιχτά την επανεκλογή του Νετανιάχου, υποστηρίζοντας ότι οι δύο ηγέτες πρέπει σύντομα να «ολοκληρώσουν τη δουλειά» στο Ιράν.
Ωστόσο, πίσω από τις δημόσιες απειλές φαίνεται να υπάρχουν και διαφορετικοί πολιτικοί υπολογισμοί.
Σύμφωνα με αντικρουόμενες πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να παρενέβη για να αποτρέψει νέα ισραηλινή επίθεση πριν από τις εκλογές, ανησυχώντας ότι μια νέα εκτίναξη των τιμών της ενέργειας θα υπενθύμιζε στους Αμερικανούς ψηφοφόρους το οικονομικό κόστος του πολέμου.
Το ερώτημα είναι εάν μια ενδεχόμενη νέα στρατιωτική επιχείρηση θα μετατεθεί για μετά τις 3 Νοεμβρίου, όταν θα έχει ολοκληρωθεί η αμερικανική εκλογική αναμέτρηση.
Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε το άμεσο εκλογικό κόστος για τον Τραμπ, χωρίς όμως να μειώνει απαραίτητα τους στρατιωτικούς και οικονομικούς κινδύνους.
Στο Ισραήλ, εξάλλου, κυκλοφορούν σενάρια ότι ο Νετανιάχου θα μπορούσε να επιχειρήσει να παραμείνει στο πολιτικό προσκήνιο ακόμη και σε περίπτωση εκλογικής ήττας, αξιοποιώντας μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση.
Σύμφωνα με αυτές τις εκτιμήσεις, θα μπορούσε να προωθήσει την ιδέα μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας, στην οποία θα συμμετείχε και ο ίδιος, αντί ενός κυβερνητικού συνασπισμού αποτελούμενου από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Πρόκειται για πολιτικό σενάριο και όχι για επιβεβαιωμένο σχέδιο. Ωστόσο, η συζήτηση αντανακλά την αβεβαιότητα γύρω από την επόμενη ημέρα.
Ο Νετανιάχου έχει αποδείξει διαχρονικά την ικανότητά του να επιβιώνει πολιτικά. Η απώλεια της εξουσίας θα μπορούσε, πάντως, να τον φέρει αντιμέτωπο με επίσημη έρευνα για τους χειρισμούς της κυβέρνησής του πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, καθώς και με νέα εξέλιξη στις δικαστικές διαδικασίες που συνδέονται με τις κατηγορίες διαφθοράς σε βάρος του.
Ο Άιζενκοτ και το διαφορετικό ισραηλινό σενάριο
Ο βασικός αντίπαλος του Νετανιάχου, πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, έχει ήδη αποκλείσει το ενδεχόμενο συμμετοχής του σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τον σημερινό πρωθυπουργό.
Η στάση του απέναντι στο Ιράν, ωστόσο, δεν σηματοδοτεί πλήρη αλλαγή στρατηγικής.
Όπως και οι περισσότεροι πολιτικοί του ισραηλινού πολιτικού συστήματος, ο Άιζενκοτ θεωρεί το Ιράν υπαρξιακή απειλή για την ασφάλεια της χώρας και υποστηρίζει την ανάγκη στρατιωτικής αντιμετώπισης του ιρανικού καθεστώτος.
Έχει, όμως, προειδοποιήσει ρητά εναντίον μιας νέας κλιμάκωσης που θα μπορούσε να εξυπηρετεί εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες.
Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία για την Ουάσινγκτον. Μια νέα ισραηλινή κυβέρνηση θα μπορούσε να συνεχίσει τη σκληρή πολιτική απέναντι στην Τεχεράνη, χωρίς να έχει το ίδιο πολιτικό και προσωπικό κίνητρο για άμεση επανέναρξη μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η στρατηγική του θα μπορούσε να επηρεαστεί από το αποτέλεσμα των ισραηλινών εκλογών.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υποστήριξε ότι, εάν το Ισραήλ αποκτήσει τον «λάθος ηγέτη», δηλαδή οποιονδήποτε εκτός του Νετανιάχου, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρειαστεί να αναλάβουν μόνες τους το έργο απέναντι στο Ιράν, κάτι που ο ίδιος δήλωσε ότι δεν επιθυμεί.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει πόσο στενά συνδέει ο Αμερικανός Πρόεδρος την προσωπική πολιτική σχέση με τον Νετανιάχου με τις στρατηγικές επιλογές στη Μέση Ανατολή.
Το πολιτικό στοίχημα της δεύτερης φάσης Τραμπ
Μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, οι προτεραιότητες του Τραμπ ενδέχεται να μεταβληθούν.
Αναλυτές εκτιμούν ότι, απαλλαγμένος από την άμεση πίεση της κάλπης, ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να εμφανιστεί περισσότερο διατεθειμένος να εγκρίνει νέα πλήγματα στο Ιράν, με την προσδοκία ότι μια τελευταία στρατιωτική ώθηση θα επέτρεπε στην Ουάσινγκτον να τερματίσει τον πόλεμο από θέση ισχύος.
Ορισμένοι θεωρούν ότι η ιρανική οικονομία έχει αποδυναμωθεί τόσο πολύ από τον πόλεμο και τις κυρώσεις ώστε μια νέα σειρά επιθέσεων θα μπορούσε να ενθαρρύνει εσωτερική εξέγερση κατά του καθεστώτος.
Άλλοι αντιμετωπίζουν την εκτίμηση αυτή με έντονο σκεπτικισμό, επισημαίνοντας ότι η προσδοκία ανατροπής κυβερνήσεων μέσω εξωτερικής στρατιωτικής πίεσης έχει επανειλημμένα διαψευστεί.
Δυτικός διπλωμάτης με γνώση των εξελίξεων εκτίμησε ότι μετά τις ενδιάμεσες εκλογές ο Τραμπ θα εισέλθει σε μια φάση κατά την οποία θα ενδιαφέρεται περισσότερο για την πολιτική του παρακαταθήκη.
«Μετά τις ενδιάμεσες εκλογές θα επικεντρωθεί στην υστεροφημία του. Θα θελήσει να δείξει ότι μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλίες σε οτιδήποτε δεν αποτελεί μέρος του εσωτερικού αδιεξόδου», ανέφερε.
Αυτή η λογική θα μπορούσε να ενισχύσει τη διάθεση για αποφασιστικές κινήσεις στο εξωτερικό, ακόμη και εάν οι συνέπειές τους παραμένουν δύσκολα προβλέψιμες.
Η Τεχεράνη παρακολουθεί τις αμερικανικές δημοσκοπήσεις
Το ενδεχόμενο μιας νέας στρατιωτικής επιχείρησης μετά τις εκλογές εξετάζεται και από την ιρανική ηγεσία.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι πολιτικοί και στρατιωτικοί σχεδιαστές στην Τεχεράνη παρακολουθούν τις αμερικανικές δημοσκοπήσεις με ιδιαίτερη προσοχή.
Ο κίνδυνος είναι ότι νέα αμερικανικά ή ισραηλινά πλήγματα θα μπορούσαν να προκαλέσουν σφοδρά ιρανικά αντίποινα, παρασύροντας τη Μέση Ανατολή σε έναν ακόμη πιο καταστροφικό κύκλο συγκρούσεων.
Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει, δημόσια και σε ιδιωτικές συνομιλίες, ότι πιθανοί στόχοι θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν αεροδρόμια, αγωγούς, υποθαλάσσια καλώδια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, μονάδες αφαλάτωσης, αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις και πολεμικά πλοία.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, προειδοποίησε σε άρθρο του στους Financial Times ότι νέες επιθέσεις θα έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο τις ζωές αμάχων, την ευημερία των χωρών της περιοχής και την παγκόσμια οικονομία.
Η προειδοποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της εξάρτησης μεγάλου μέρους της διεθνούς ενεργειακής αγοράς από τις εγκαταστάσεις και τις θαλάσσιες οδούς του Περσικού Κόλπου.
Τα Στενά του Ορμούζ και το παγκόσμιο οικονομικό κόστος
Οι δύο εκλογικές αναμετρήσεις συνδέονται εξίσου στενά με την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κόστος ζωής και η δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταποκριθούν στις καθημερινές δαπάνες έχουν κυριαρχήσει στην εκστρατεία για τις ενδιάμεσες εκλογές.
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει επιδεινώσει τις πληθωριστικές πιέσεις, καθώς ο περιορισμός της ενεργειακής διακίνησης μέσω των Στενών του Ορμούζ προκάλεσε μεγάλη άνοδο των τιμών πετρελαίου και καυσίμων.
Η εξέλιξη έχει άμεσες πολιτικές συνέπειες για τον Τραμπ, καθώς οι υψηλότερες τιμές στην αντλία και το αυξημένο κόστος μεταφορών επηρεάζουν καθημερινά εκατομμύρια Αμερικανούς.
Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι Ισραηλινοί ψηφοφόροι, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλό κόστος ζωής και χαμηλές αποδοχές.
Στην περίπτωση του Ισραήλ, η κατάσταση επιβαρύνεται επιπλέον από την εκτίναξη των αμυντικών δαπανών, οι οποίες ασκούν αυξανόμενες πιέσεις στα δημόσια οικονομικά.
Ο πόλεμος, επομένως, δεν αποτελεί μόνο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής ή εθνικής ασφάλειας. Έχει εξελιχθεί σε παράγοντα που επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και στις δύο χώρες.
Η Ρωσία, η Ουκρανία και οι κινήσεις Τραμπ για φθηνότερα καύσιμα
Στην προσπάθεια περιορισμού του πολιτικού κόστους από την ενεργειακή κρίση, ο Τραμπ έχει προχωρήσει σε κινήσεις που επηρεάζουν και άλλες γεωπολιτικές ισορροπίες.
Η άρση κυρώσεων κατά της Ρωσίας είχε ως στόχο να διευκολύνει τις εισαγωγές ντίζελ από τη Μόσχα, με την προσδοκία ότι η πρόσθετη προσφορά θα οδηγούσε σε αισθητή αποκλιμάκωση των τιμών.
Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η προσπάθεια δεν έχει αποφέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει υιοθετήσει σκληρότερη στάση απέναντι στην Ουκρανία, καλώντας την ηγεσία της να προχωρήσει σε παραχωρήσεις, με στόχο την επίτευξη μιας διπλωματικής συμφωνίας που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως επιτυχία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Ούτε αυτή η προσπάθεια έχει μέχρι στιγμής οδηγήσει στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Η στρατηγική έχει προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Ο γερουσιαστής της Βόρειας Καρολίνας Τομ Τίλις, ο οποίος έχει ασκήσει επανειλημμένα κριτική στον Τραμπ, υποστήριξε μιλώντας στο CBS News ότι ο πρόεδρος θα μπορούσε να μειώσει τις ενεργειακές τιμές αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα με το Ιράν, αντί να προσφέρει πολιτικά και οικονομικά οφέλη στον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Η αντιπαράθεση δείχνει ότι η πολιτική για το Ιράν έχει πλέον συνέπειες που εκτείνονται μέχρι τις σχέσεις της Ουάσινγκτον με τη Ρωσία και την Ουκρανία.
Η αμερικανική συναίνεση υπέρ του Ισραήλ δοκιμάζεται
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που έχει προκαλέσει ο πόλεμος είναι η αποδυνάμωση της παραδοσιακής διακομματικής συναίνεσης υπέρ του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για δεκαετίες, η στήριξη προς το ισραηλινό κράτος αποτελούσε βασικό στοιχείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, με ευρεία υποστήριξη τόσο από τους Ρεπουμπλικανούς όσο και από τους Δημοκρατικούς.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα, οι εξελίξεις στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και ο πόλεμος με το Ιράν έχουν ενισχύσει τις αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται και στην προεκλογική εκστρατεία.
Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ, υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν, ο οποίος τοποθετείται στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος, υποστηρίζει τη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
«Ένας σύμμαχος που παίρνει τα χρήματά σου για να σε παρασύρει σε πολέμους στους οποίους δεν θα έπρεπε να συμμετέχεις δεν είναι σύμμαχος», δήλωσε στο ABC News.
Αντίστοιχα, ο Μπραντ Λάντερ, υποψήφιος των Δημοκρατικών για το Κογκρέσο στη Νέα Υόρκη, επέλεξε να επισκεφθεί τη Δυτική Όχθη λίγες ημέρες πριν από την ψηφοφορία.
Εκεί συμμετείχε στη συγκομιδή ελιών μαζί με Παλαιστινίους και κρατήθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα από ισραηλινές δυνάμεις, γεγονός που απέκτησε έντονη προβολή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην εκλογική του εκστρατεία.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει πόσο έχει μεταβληθεί το πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ. Θέσεις και πρωτοβουλίες που στο παρελθόν θα ήταν ασυνήθιστες για υποψηφίους του αμερικανικού Κογκρέσου βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Ακόμη και ο Νετανιάχου έχει προειδοποιήσει ότι το Ισραήλ ενδέχεται στο μέλλον να χρειαστεί να εξασφαλίσει την επιβίωσή του χωρίς την ίδια αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.
Τι θα μπορούσε να αλλάξει ένα νέο Κογκρέσο
Μια αλλαγή στους συσχετισμούς του αμερικανικού Κογκρέσου θα μπορούσε να περιορίσει ορισμένες από τις επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ.
Εάν οι Δημοκρατικοί ενισχύσουν τη δύναμή τους, θα αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα κοινοβουλευτικού ελέγχου της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και των στρατιωτικών δαπανών.
Το Κογκρέσο διαθέτει παραδοσιακά σημαντικές αρμοδιότητες στην έγκριση χρηματοδοτήσεων και θα μπορούσε να επιδιώξει περιορισμό της στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Ωστόσο, τα περιθώρια παρέμβασής του δεν είναι απεριόριστα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί εκτεταμένες εκτελεστικές εξουσίες σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής, ενώ διαθέτει και δικαίωμα βέτο στη νομοθεσία.
Επομένως, ακόμη και μια σημαντική εκλογική ενίσχυση των Δημοκρατικών δεν θα συνεπαγόταν αυτομάτως αλλαγή της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή.
Θα μπορούσε, όμως, να αυξήσει το πολιτικό κόστος συγκεκριμένων επιλογών, να ενισχύσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και να δυσκολέψει τη χρηματοδότηση νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Το τέλος μιας ιδιαίτερης σχέσης;
Ένα ακόμη ερώτημα αφορά το μέλλον της προσωπικής σχέσης Τραμπ και Νετανιάχου, εφόσον ο Ισραηλινός πρωθυπουργός χάσει την εξουσία.
Η σχέση των δύο ηγετών έχει χαρακτηριστεί από περιόδους στενής συνεργασίας αλλά και σοβαρών διαφωνιών.
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, ο Τραμπ περιέγραψε τον Νετανιάχου ως «σπουδαίο πρωθυπουργό-πολεμιστή». Το καλοκαίρι, ωστόσο, είχε χρησιμοποιήσει ιδιαίτερα απαξιωτική έκφραση για τον Ισραηλινό ηγέτη, χαρακτηρίζοντάς τον «εντελώς τρελό».
Η εναλλαγή αυτή αποτυπώνει τον απρόβλεπτο χαρακτήρα μιας σχέσης που έχει επηρεάσει καθοριστικά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Μια νέα κυβέρνηση στο Ισραήλ θα χρειαζόταν να οικοδομήσει διαφορετικούς διαύλους επικοινωνίας με τον Τραμπ, σε μια περίοδο κατά την οποία ο ίδιος θα βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της προεδρικής του θητείας.
Η διαφοροποίηση θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο την πολιτική απέναντι στο Ιράν, αλλά και τη στάση της Ουάσινγκτον στο Παλαιστινιακό, στη στρατιωτική βοήθεια και στις ευρύτερες περιφερειακές ισορροπίες.
Δύο κάλπες, ένα παγκόσμιο διακύβευμα
Οι επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026 προκάλεσαν μια αλυσιδωτή αντίδραση που ξεπέρασε πολύ γρήγορα τα όρια της Μέσης Ανατολής.
Η διατάραξη των ενεργειακών ροών, η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι πληθωριστικές πιέσεις και η μεταβολή των διεθνών συμμαχιών κατέστησαν τον πόλεμο παράγοντα που επηρεάζει σχεδόν κάθε μεγάλη οικονομία.
Οι εκλογές σε Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιούνται σε αυτή ακριβώς τη συγκυρία.
Στο Ισραήλ, οι ψηφοφόροι καλούνται να αποφασίσουν εάν θα συνεχιστεί η διακυβέρνηση Νετανιάχου ή εάν θα ανοίξει ένας νέος πολιτικός κύκλος, με ενδεχομένως διαφορετική προσέγγιση στη διαχείριση των συγκρούσεων.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πολίτες θα καθορίσουν τον βαθμό πολιτικής και κοινοβουλευτικής ισχύος που θα διαθέτει ο Ντόναλντ Τραμπ για τη συνέχεια της προεδρικής του θητείας.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι τα δύο εκλογικά αποτελέσματα θα αλληλεπιδράσουν.
Μια αλλαγή κυβέρνησης στο Ισραήλ θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τους υπολογισμούς της Ουάσινγκτον. Μια αλλαγή των συσχετισμών στο Κογκρέσο θα μπορούσε να επηρεάσει τη χρηματοδότηση και την πολιτική υποστήριξη νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων. Και μια νέα κλιμάκωση με το Ιράν θα μπορούσε να ανατρέψει εκ νέου τις ισορροπίες στις αγορές ενέργειας και στην παγκόσμια οικονομία.
Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα δεν αφορά αποκλειστικά το ποιοι θα κερδίσουν τις εκλογές, αλλά τις αποφάσεις που θα λάβουν οι ηγέτες μετά την ολοκλήρωσή τους.
Γιατί, ενώ οι κάλπες στήνονται σε δύο διαφορετικές χώρες, οι συνέπειες των επιλογών που θα ακολουθήσουν ενδέχεται να γίνουν αισθητές σε ολόκληρο τον κόσμο.
Πηγή: newmoney.gr